Βυζαντινές Πολεμικές Τέχνες: Εξάσκηση με κονταριον

Βυζαντινές Πολεμικές Τέχνες: Εξάσκηση με κονταριον.

Το κονταριον ήταν ένα από τα βασικά επιθετικά όπλα των Βυζαντινών. Υπήρχαν διάφοροι τύποι από μακρύ έως κοντό κονταριον, που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με διάφορες τακτικές και τρόπους.
Στο βίντεο θα δείτε μια απλή άσκηση που ανάλογα την περίπτωση μπορεί να χρησιμοποιηθούν οι τεχνικές ως απόκρουση και επίθεση, ως σύνθετη επίθεση ή ακόμα ως αντεπιθέσεις.

Βοήθησε και εσύ να γίνει γνωστό το ένοπλο Πάμμαχον και η Οπλομαχία. Κάνε like στο βίντεο και εγγραφή στο κανάλι μας.

Εκπαιδευτής Γεώργιος Ε. Γεωργάς, προπονητής Ξιφασκίας εκπαιδευτής ενόπλου Παμμαχου και Οπλομαχίας

Πληροφορίες στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο: g_e_georgas@yahoo.gr

Αυτοκράτειρα Θεοδώρα, η πρώτη φεμινίστρια

Της Ελλάδας Κράλλη, μέλους της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών “Λέοντες”

Η ιστορία στα πρώτα χρόνια της Κωνσταντινούπολης επικεντρώνεται πιο πολύ στα πολιτικά δρώμενα στη βιομηχανία της ψυχαγωγίας του Ιπποδρόμου. Ο Ιππόδρομος που ονομαζόταν επίσης και τσίρκο αποτελείτο από διάφορα θεάματα με αρκούδες και ακροβάτες, είχε μίμους, ηθοποιούς και χορευτές, αρματοδρομίες και ένα σημείο που ο ίδιος ο αυτοκράτορας έδινε ομιλίες στον λαό του. Ήταν ένα στάδιο προσκολλημένο με το παλάτι και ήταν το επίκεντρο της βυζαντινής κοινωνίας. Δυο πολιτικές φατρίες διαχειρίζονταν τα ζητήματα του Ιπποδρόμου και αυτοί ήταν οι Πράσινοι και οι Βένετοι, οι οποίοι απέπνεαν μεγάλη επιρροή στο σύστημα.

Η Θεοδώρα γεννημένη το 497 μ.Χ. ήταν κόρη του Ακάκιου και εργαζόταν για τους Πράσινους ως θηριοφύλακας του Ιπποδρόμου στην Κωνσταντινούπολη. Όταν απεβίωσε άφησε την συζυγό του με τρεις κόρες την Κομιτώ, την Θεοδώρα και την Αναστασία. Η μητέρα παντρεύτηκε κάποιον άλλον αργότερα με σκοπό να πάρει ο νεός της σύντροφος τη θέση του μακαρίτη συζύγου της. Αυτό όμως δεν μπορούσε να επιτευχθεί εφόσον οι Πράσινοι είχαν παραχωρήσει τη θέση σε κάποιον άλλον. Τότε η Θεοδώρα μαζί με τις αδελφές της παρατάχτηκαν με τους Βενετούς με τους οποίους έγινε φανατική οπαδός τους. Μαζί με τις αδελφές της ακολούθησαν τις τέχνες της μητέρας τους μέσω της ηθοποιίας και του χορού. Από ηλικία μόλις δέκα ετών συμμετείχε σε παραστάσεις άσεμνες και σε παρωδίες. Μέχρι τα 15 της χρόνια είχε τεράστια φήμη ανεβαίνοντας ψηλά ως ηθοποιός και χορεύτρια του Ιπποδρόμου.  

Ο ιστορικός Προκόπιος από την Καισαρεία στα συγγράματα του(«Ανέκδοτα» ή «Απόκρυφη Ιστορία») αναφέρει στα πρώτα χρόνια της Θεοδώρας ότι ήταν μια σερβιτόρα σε οίκο ανοχής που σταδιακά αναδείχτηκε σε κορυφαία ηθοποιό, ακροβάτη και χορεύτρια. Σύμφωνα με την περιγραφή του ήταν κοντή και ελκυστική κοπέλα η οποία κατά τον ίδιο με δόλιους σκοπούς κατόρθωσε να γίνει αυτοκράτειρα του Βυζαντίου δίπλα στον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Το επάγγελμα της εκείνα τα χρόνια θεωρείτο απρεπές και την χαρακτήριζαν ως πόρνη. Ο μονοφυσίτης ιστορικός Σύριος είχε διαφορετική άποψη από τον Προκόπιο δηλώνοντας ότι ήταν κόρη κληρικού ζώντας ενάρετα. Μαζί με τον επίσκοπο Ιωάννη της Εφέσσου, ο οποίος ήταν προστατευόμενος της Θεοδώρας δηλώνουν την υπάρξη της σε πορνείο χωρίς αυτό απαραίτητα να της δίνει τον χαρακτηρισμό της πόρνης εφόσον ζούσε για να υποδύεται διάφορους ρόλους επι σκηνής.

Παρά το νεαρό της ηλικίας της έζησε έντονα μέσα από άγρια πάρτι και ερωτικές περιπτύξεις και ρόλους που την θαύμαζαν όλοι. Στα 16 της χρόνια όμως είχε διαφορετικές βλέψεις. Έγινε ερωμένη του αξιωματούχου Εκηβόλου από την Τύρο, κυβερνήτη της Πενταπόλεως της Αφρικής ανεβαίνοντας σε πιο ψηλά στρώματα της βυζαντινής κοινωνίας. Τον συντρόφευσε στα ταξίδια του στην Βόρεια Αφρική και έμεινε στο πλευρό του τέσσερα χρόνια αποκτώντας και το μοναδικό της τέκνο. Εγκαταλειμμένη και κακομεταχειρισμένη από τον Εκήβολο μετά από κάποιο διάστημα εγκαταστάθηκε για λίγο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ασκώντας το επάγγελμα του να κάνει εργόχειρα με  αργαλειό πριν επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Ασπάστηκε τον Μονοφυσιτισμό έναν κλάδο πρώιμου χριστιανισμού μέσω μιας ασκητικής κοινότητας (χριστιανική αίρεση) στην Αλεξάνδρεια. Η θεωρία του Μονοφυσιτισμού έδινε την εξήγηση ότι η παρουσία του Ιησού Χριστού ήταν μόνο θεϊκή σε σχέση με τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό που στήριζε τις απόψεις του πως ο Κύριος μας είχε ανθρώπινη και θεϊκή υπόσταση ταυτόχρονα.

Ο Πέτρος Σαββάτιος (Ιουστινιανός) γεννημένος στο Ταυρήσιο ζώντας μια αγροτική ζωή αποφάσισε να ακολουθήσει τον θείο του στρατηγό και αυτοκράτορα Ιουστίνο Ά. Του είχε δοθεί ο τίτλος του πατρίκιου και ήταν ο σημαντικότερος σύμβουλος και αντιβασιλέας του Ιουστίνου. Ακολουθώντας λοιπόν τα χνάρια του ονομάστηκε από Πέτρο Σαββάτιο σε Ιουστινιανό επειδή ήταν πλέον συναυτοκράτορας του Ιουστίνου. Το 522 μ.Χ. σε μια θεατρική παράσταση αντίκρισε την Θεοδώρα που ήταν μίμος. Θαμπωμένος από την ομορφιά της είχε την επιθυμία να την γνωρίσει αλλά αυτό τον έφερνε σε αντιπαράθεση με την αυτοκράτειρα Ευφημία, η οποία ήταν θεία του. Οι αντιδράσεις της από την αρχή ήταν αρνητικές γύρω από το θέμα των διαφορετικών κοινωνικών τάξεων. Μια παράδοση του βυζαντινού δικαστηρίου μπορούσε να αλλάξει εκείνες τις αντιπαραθέσεις. Μέσω διαγωνισμού ομορφιάς μπορούσαν να συμμετάσχουν γυναίκες κατώτερων τάξεων που προέρχονταν από μακρινές επαρχίες. Μέσα σε αυτές φυσικά βρισκόταν και η Θεοδώρα που δεν γινόταν να περάσει απαρατήρητη. Ο Ιουστινιανός ήθελε να νυμφευτεί την 20 χρόνια μικρότερη του Θεοδώρα. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει εφικτό εφόσον η αυτοκράτειρα Ευφυμία ήταν σφοδρή αντίπαλος και απόλυτα αρνούμενη για αυτόν τον γάμο. Ο θάνατος της όμως έδωσε μια πνοή στον Ιουστινιανό που κατάφερε να πείσει τον Ιουστίνο να αλλάξει η νομοθεσία που απαγόρευε το γάμο μεταξύ ενός συγκλητικού με μια ηθοποιό. Ο Ιουστίνος ανέθεσε αυτό το έργο στον Δημοσθένη. Είχαν συνάψει παράνομη ερωτική σχέση πριν παντρευτούν που αυτό έγινε το 525 μ.Χ. Όταν ο Ιουστινιανός πέτυχε να ανέβει στον θρόνο ανακήρυξε την Θεοδώρα ως Αυγούστα. Την 1η Απριλίου του 527 μ.Χ. στέφτηκε αυτοκράτορας και ταυτόχρονα η Θεοδώρα δίπλα του αυτοκράτειρα. Επεσήμανε να συμπεριφέρονται στη σύζυγο του ισάξια με εκείνον.

Κατά τον Προκόπιο όταν η Θεοδώρα εσπέστρεψε στην Αντιόχεια είχε ενώσει τις δυνάμεις της με τους Βενετούς προσπαθώντας να αποσπάσει πληροφορίες από την αντίθετη θρησκευτικοπολιτική παράταξη τους Πράσινους. Είχε δείξει ενδιαφέρον για τον Μη Χαλκηδονικό χριστιανισμό που ήταν ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα εκείνη την περίοδο. Το διάστημα εκείνο βασίλευε όπως προανέφερα ο αυτοκράτορας Ιουστίνος Ά έχοντας στο πλευρό του ένα άτομο αγροτικής καταγωγής τον ανιψιό του Ιουστινιανό, ο οποίος ήταν ο πιο σημαντικός του σύμβουλος. Δεν είχε ισχυρές φιλίες με καμία από τις δυο φατρίες. Μαζί με τον ανιψιό του συμμάχησαν εναντίον των Πράσινων και των Βένετων. Ο Ιουστινιανός σε μια συμμαχία του κατά των Βενετών σύμφωνα με τον Προκόπιο συναντήθηκε με την Θεοδώρα. Η έντονη στάση της στη θρησκεία, το ταλέντο της στην ηθοποιία καθώς αναδείχτηκε και οι γνώσεις της για την κυβέρνηση την εποχή που ήταν η εταίρα του Εκηβόλου προσέλκυσαν πολύ τον Ιουστινιανό. Η επιρροή της φάνηκε από την αρχή πριν παντρευτεί τον Ιουστινιανό καθώς επιτεύχθηκε να αλλάξει ένας από τους αρχαιότερους νόμους του Κράτους γύρω από το θέμα του γάμου.

Η ρομαντική επίδραση της Θεοδώρας στον Ιουστινιανό άνθισε μέσα της την επιθυμία να αλλάξει τη νομοθεσία σχετικά με τις γυναίκες του Ιπποδρόμου. Η επήρεια της (Ιουστινιάνειες μεταρρυθμίσεις) ήταν τόσο μεγάλη που γυναίκες ηθοποιοί στάθηκαν στα πόδια τους μετά από βοήθεια της Θεοδώρας, η οποία ήταν αυτοκράτειρα πλέον. Έχει χαρακτηριστεί ως η πρώτη φεμινίστρια μιας και ήταν η μοναδική που έφερε αλλαγές στα δικαιώματα των γυναικών. Ο Έλληνας χρονογράφος Ιωάννης Μαλάλας που έζησε στην Αντιόχεια περιέγραψε στο κείμενο του ότι η Θεοδώρα καταδίωξε όλους τους προαγωγούς και τα θύματα φέρνοντας τους μπροστά στην δικαιοσύνη απαιτώντας να μάθει το αντίτιμο για εκείνες τις κοπέλες. Συνέβαινε πολύ συχνά τότε φτωχές οικογένειες να δίνουν τις κόρες τους στην πορνεία για να πάρουν λίγα κομμάτια χρυσού. Μόλις είχαν συλληφθεί οι υπαίτιοι τους ζητήθηκε το χρηματικό ποσό και η Θεοδώρα με εντολή της το έδωσε σε διπλάσια τιμή στις κοπέλες και τις άφησε ελεύθερες επιστρέφοντας στα σπίτια τους με καθαρά ρούχα. Σε μια άλλη περίπτωση η Θεοδώρα πήρε ορφανά παιδιά υπό την κυριαρχία της από έναν άνδρα που τα κακομεταχειριζόταν και τα μεγάλωσε μαζί της στο παλάτι. Εκείνες οι νεαρές κοπέλες έζησαν σε βασιλικά διαμερίσματα κάτω από την προστασία και τη φιλευσπλαχνία της Θεοδώρας που τις βοήθησε ώστε να μην υποπέσουν στον άσχημο δρόμο της πορνείας. Αγωνίστηκε σκληρά για τα δικαιωμάτα τους στην κοινωνία. Υπερασπίστηκε τη νομοθεσία των βιασμών και στήριξε τις γυναίκες που είχαν ζήσει βίαιη μεταχείριση μετά από πούλημα τους στη σεξουαλική δουλεία. Μετά την σύλληψη όλων των προαγωγών επέκτεινε τα δικαιώματα των γυναικών περισσότερο με υποθέσεις διαζυγίου και ιδιοκτησίας. Επίσης, απαγόρευσε την καταναγκαστική πορνεία και έδωσε δικαιώματα κηδεμονίας σε γυναίκες με τέκνα. Έχοντας ισχυρή θέση στον θρόνο δίνοντας όλο της τον εαυτό για εκείνες τις γυναίκες μπορούσε κάλλιστα να γίνει και ο χειρότερος εχθρός σε γυναικείες προσωπικότητες υψηλόβαθμου κύρους όπως ήταν η Ευφημία.

Η σημαντική της επιρροή στο Βυζάντιο στον τρόπο χειρισμού των πολιτικών υποθέσεων προκάλεσε πολλούς να πιστεύουν ότι εκείνη διοικούσε την αυτοκρατορία. Ο ενεργός της ρόλος γύρω από την πολιτική φάνηκε όταν υποστήριξε θερμά τον Ιουστινιανό στην εξέγερση της Στάσης του Νίκα στον Ιππόδρομο τον Ιανουάριο του 532 μ.Χ. (11-19). Πρωταρχικοί λόγοι της εξέγερσης ήταν οι φόροι που επέβαλε ο Ιουστινιανός αλλά και η γενική απολυταρχία του. Καίριες δε αιτίες ήταν ότι σε εννιά άνδρες είχε δοθεί η διαταγή να εκτελεστούν δια απαγχονισμού στην Κωνσταντινούπολη οι οποίοι προέρχονταν από τις παρατάξεις των Πράσινων και των Βένετων. Δύο από τους άνδρες είχαν δραπετεύσει βρίσκοντας καταφύγιο στην εκκλησία του Αγίου Λαυρέντιου. Ήταν για πρώτη φορά στα χρονικά που οι δυο αντίπαλες παρατάξεις συμμάχησαν μεταξύ τους προσπαθώντας να μεταπείσουν τον Ιουστινιανό να απελευθερώσει τους υπόλοιπους φωνάζοντας δυνατά τη λέξη ‘’Νίκα’’ και αυτό το συνήθιζαν όταν υποστήριζαν έναν συγκεκριμένο ηθοποιό στον αγώνα του. Ο Ιουστινιανός αμετάκλητος δεν υπέκυψε στα αιτήματα τους και εκείνοι με την σειρά τους βάλθηκαν να κάψουν όλη την πόλη. Οι ταραξίες πυρπόλησαν πολλά δημόσια κτίρια  μέσα σε αυτά η Αγιά Σοφιά, η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, τα λουτρά του Ζεύξιππου, την πύλη της Χάλκης και ένα καλό μέρος του δικαστηρίου του Αυγούστου συμπεριλαμβανόμενης και τη Γερουσία. Η στάση κράτησε για πέντε μέρες. Οι ζημιές που προκλήθηκαν δεν ήταν μεγάλες. Ο όχλος καθώς η στάση εξασθενούσε ζητούσε να κατέβει από τον θρόνο ο Ιουστινιανός. Ο Ιππόδρομος έστεψε ως νέο τους αυτοκράτορα τον Υπατία, ο οποίος ήταν ανιψιός και στρατηγός του Αναστάσιου Ά.  Ο Ιουστινιανός είχε θορυβηθεί από τα γεγονότα και ήταν έτοιμος να υποχωρήσει αλλά η Θεοδώρα δεν τον άφησε. Ήταν από τις σπάνιες φορές που μίλησε ανοιχτά σε αξιότιμους άνδρες λέγοντας τα εξής (σύμφωνα με τον Προκόπιο) :

«Δεν με νοιάζει αν είναι πρέπον μια γυναίκα να δίνει συμβουλές σε φοβισμένους άνδρες, αλλά στο σημείο ακραίου κινδύνου που βρισκόμαστε η συνείδηση είναι ο μοναδικός οδηγός μας. Κάθε άνθρωπος που γεννιέται με το φως της μέρας κάποια στιγμή θα πεθάνει. Πως λοιπόν ένας αυτοκράτορας θα επιτρέψει να γίνει φυγάς; Αν θέλετε εσείς αγαπητέ μου Κύριε δεν θα σας εμποδίσει κανένας. Έχουμε πλούτη, εκεί είναι η θάλασσα, εκεί και τα καράβια μας. Αλλά λάβετε υπόψη σας πρώτα αν τελικά διαφύγετε με ασφάλεια οι τύψεις να μην σας κατακλύσουν επειδή δεν επιλέξατε τον θάνατο. Όσο για μένα θα αρκεστώ στο αρχαίο ρητό : ‘’Ότι η βασιλεία φτιάχνει το καλύτερο σάβανο’’».  

Τα λόγια της ενθάρρυναν τον Ιουστινιανό και συγκέντρωσε τους δυο αξιόπιστους στρατηγούς του τον Βελισάριο και τον Μούνδο ώστε να δώσουν ένα τέλος στην εξέγερση. Έστειλε και έναν πιστό του υπηρέτη να δωροκήσει τους Βενετούς σπέρνοντας τη φήμη ότι ο Υπάτιος ήθελε να ευνοήσει πιο πολύ τους Πράσινους. Αυτή ήταν η βασική αιτία να εναντιωθούν και οι δυο φατρίες μεταξύ τους. Σύμφωνα με τον Προκόπιο 30.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Ο Υπάτιος παρακάλεσε να του χαρίσουν τη ζωή υποδηλώνοντας ότι δεν ήθελε να γίνει αυτοκράτορας. Παρ’όλα αυτά εκτελέστηκε. Όλα αυτά επιτεύχθηκαν χάρις την Θεοδώρα και ο Ιουστινιανός συνέχισε να είναι ο αυτοκράτορας της Ρώμης. Μετά την κρίση της αναστάτωσης κανένα έργο δεν τελέστηκε στον Ιππόδρομο για αρκετά χρόνια γιατί μετά τα καταστροφικά επεισόδια σημαντική ήταν η ανοικοδόμιση της Αγιάς Σοφιάς.

Οι πολιτικοί ελιγμοί της Θεοδώρας όμως φάνηκαν και αργότερα καθώς ήταν υπαίτια για την πτώση του πρωθυπουργού Ιωάννη από την Καππαδοκεία. Κατηγορήθηκε ως ηθικός αυτουργός των φορολογικών μεταρρυθμίσεων με αποτέλεσμα να γίνει η Στάση του Νίκα. Ο Προκόπιος τον χαρακτηρίζει ως παράδειγμα διαφθοράς και ακολασίας. Ο Ιωάννης εκδιώχθηκε αλλά μετά λίγο χρονικό διάστημα επανήλθε πολιτικά. Η Θεοδώρα συνωμότησε εναντίον του λόγω προσωπικού μίσους. Το 541 μ.Χ. ο Ιωάννης αποβλήθηκε από το δικαστήριο. Άλλα θύματα των μηχανορραφιών της Θεοδώρας ήταν ο Πάπας Σιλβέριος και η βασίλισσα των Οστρογότθων Αμαλασούνθα, η οποία δολοφονήθηκε δίχως να υπάρχουν ακριβείς αποδείξεις. Ο Βελισάριος επίσης δεν θα μπορούσε να λείψει από την μαύρη λίστα της Θεοδώρας. Μπορεί να ήταν ικανός στρατηγός, ίσως ο τρανότερος του Βυζαντίου, αλλά οι υποψίες της Θεοδώρας για τις επιτυχίες καθώς και την συμπεριφορά του απέναντι στον σύζυγο της την δικαίωσαν τη στιγμή που υπήρχε έλλειψη υποστήριξης στη μάχη όταν αυτό κρινόταν απαραίτητο. Αυτό όμως  που ακολούθησε εκείνη την περίοδο μαζί με τον Βελισάριο ήταν η βουβωνική πανώλη που είχε πλήξει την βασιλεύουσα την άνοιξη του 542 μ.Χ. Ο Ιουστινιανός είχε μολυνθεί και η Θεοδώρα αποφάσισε να ηγηθεί σε θέματα της κυβέρνησης. Δεν ήθελε ο Βελισάριος να πάρει την θέση του Ιουστινιανού. Μια φυλάκιση ή μια δολοφονία δεν θα ήταν σοφή κίνηση μιας και ήταν τόσο δημοφιλής. Έδωσε εντολή να κατασχεθεί όλη του η περιουσία και φάνηκε τυχερός καθώς μετά την ανάκαμψη του Ιουστινιανού μετά από έναν χρόνο επανήλθε στα στρατηγικά του καθήκοντα λόγω των Μαυριτανών και των Γότθων που είχαν πλησιάσει στα σύνορα της αυτοκρατορίας.

Οι επιδράσεις της ήταν μεγίστης σημασίας και παρέμεινε στο ύψος της. Επέζησε από την καταστροφική πανώλη που είχε σπείρει τον θάνατο. Οι φιλανθρωπικές της ενέργειες συνεχίστηκαν στην ίδρυση ιδρυμάτων για άπορους, ορφανοτροφεία, νοσοκομεία και κατοικίες να διαμείνουν πόρνες που είχαν την θέληση να ορθοποδήσουν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της παραμένοντας μια ισχυρή παρουσία στη βασιλική αυλή, ασχολήθηκε  στην οργάνωση γάμων αγαπημένων της προσώπων, το οποίο θα λειτουργούσε ενεργά πολιτικά και μετά τον θάνατο της. Η ανιψιά της Σοφία έγινε αυτοκράτειρα μετά τον θάνατο του Ιουστινιανό με σύζυγο της τον ανιψιό και κληρονόμο του Ιουστίνου ΄Β. Αυτό όμως δεν θα ερχόταν σε πέρας αν δεν είχε κανονίσει τους αρραβώνες τους η Θεοδώρα. Η Θεοδώρα απεβίωσε το 548 μ.Χ. από καρκίνο. Το σώμα της θάφτηκε στην Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων της Κωνσταντινούπολης. Ο Ιουστινιανός μετά τον χαμό της δεν ξαναπαντρεύτηκε και συνέχισε να διοικεί για δεκεφτά χρόνια ακόμα. Η κόρη της που απέκτησε πριν τον γάμο της με τον Ιουστινιανό έφερε στον κόσμο τρεις γιους που έγιναν εξέχοντες προσωπικότητες στη Βυζαντινή πολιτική.

Ήταν ασυνήθιστο για μια γυναίκα να έχει τέτοια εξουσία στα βυζαντινά πολιτικά γεγονότα τον 6ο αιώνα. Η εντυπωσιακή μορφή της, η ευλιξία, η εξυπνάδα και η δεξιοτεχνία της στα κοινωνικά και πολιτικά μαρτυρούσαν το ισχυρό της πνεύμα. Παρά τις αντιπαραθέσεις αρκετών ιστορικών θα μπορούσε να χαρατηριστεί ως μια Σταχτοπούτα εκείνης της εποχής δίχως όμως τη βοήθεια κάποιας νεράιδας για να πετύχει, μια αυτοδημιούργητη γυναίκα της αρχαιότητας. Όμορφες ψηφιδωτές αναπαραστάσης της Θεοδώρας και του Ιουστινιανού βρίσκονται στην εκκλησία San Vitale στη Ραβένα της Ιταλίας.

Η Θεοδώρα τιμάται ως Αγία της Ορθόδοξης εκκλησίας και εορτάζει στις 14 Νοεμβρίου μαζί με τον Ιουστινιανό τον Μέγα.

Πηγές :

Theodora empress of the Byzantines

“Οι αιματοβαμμένοι Γραικοί ιερείς”. Οι μαχόμενοι ιερείς του Βυζαντίου

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά, προπονητή Ξιφασκίας, εκπαιδευτή ενόπλου Παμμαχου και Οπλομαχίας

Η Βυζαντινή ιστορία είναι γεμάτες εκπλήξεις. Στις μέρες μας κυριαρχεί η άποψη ότι οι ορθόδοξοι ιερείς των μεσαιωνικών χρόνων δεν πολεμούσαν. Φυσικά η άποψη αυτή έχει κυριαρχήσει από τους κανόνες της Ορθόδοξης εκκλησίας που απαγορεύει στους ιερείς να πολεμούν και φυσικά να αφαιρούν ζωή. Μάλιστα μετά από αυτή την πράξη δεν μπορούν να τελέσουν Θεία Λειτουργία. Επίσης πληροφορίες έχουμε και απο τα ιστορικά κείμενα που έχουν διασωθεί όπου αναφέρουν με πόσο κακό μάτι έβλεπαν οι ορθόδοξοι ιερείς και μοναχοί τους Δυτικούς που είχαν φτιάξει στρατιωτικά μοναστικά τάγματα. Τα πιο πολλά όμως αυτά έγγραφα έρχονταν από την Βασιλεύουσα που οι συγγραφείς ήταν πολύ μακριά από τις ακριτικές περιοχές όπου συνέχεια υπήρχαν επιδρομές από Άραβες και αργότερα από Τούρκους. Σε μερικά ωστόσο από αυτά αναφέρονται κάποιοι ιερείς και μοναχοί που πήραν τα όπλα , όπως για παράδειγμα η περίπτωση του μοναχού Ιλαρίωνα που βλέποντας τους Τούρκους όχι μόνο να νικούν τους λίγους Προνοιαριους στρατιώτες αλλά να καταστρέφουν ολόκληρα χωριά. Ο Ιλαρίων εκπαίδευσε στα όπλα τους χωρικούς και αντιμετώπισε τους Τούρκους με μεγάλη επιτυχία, μέχρι που ο ηγούμενος της μονής που υπηρετούσε το έμαθε και τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη για να περάσει εκκλησιαστικό δικαστήριο. Ή την περίπτωση του παπά Θέμελη σύμφωνα με τον Σκυλίτση ,ο οποίος για να προστατεύσει το ποίμνιο του πήρε ένα μεγάλο ξύλο και σκότωσε πολλούς Άραβες διώχνοντας τους επιδρομείς. Όταν όμως το έμαθε ο επίσκοπος τον τιμώρησε έτσι αυτός πήγε στους Άραβες ,έγινε μουσουλμάνος και έγινε αρχηγός μιας ομάδες που έκανε επιδρομές στην Αυτοκρατορία.
Με βάση αυτά νομίζαμε ότι ήταν λίγα αυτά τα περιστατικά. Όμως όπως αναφέραμε αρχικά η Βυζαντινή ιστορία είναι γεμάτη εκπλήξεις.
Ένας περιηγητής και χρονικογράφος από την Ιταλία ο οποίος ήταν και διερμηνέας στην αυλή του Αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού , και ονομάζονταν Leo Tuscus γράφει στο βιβλίο του ότι σε πολλά μέρη οι Γραικοί ιερείς είναι άνθρωποι του αίματος, δηλαδή είναι μαχόμενοι. Μάλιστα γράφει ότι το φαινόμενο αυτό, δηλαδή τους μαχόμενους Έλληνες ιερείς, τους είδε με τα μάτια του στην περιήγηση του Αυτοκράτορα Μανουήλ στην Καππαδοκία κοντά στα Βυζαντινό Τουρκικά σύνορα.
Όμως οι εκπλήξεις δεν σταματούν εδώ. Είναι λογικό να νομίζουμε ότι αυτά θα γίνονταν από κατώτερους ιερείς που δεν θα είχαν υπακούσει στις διαταγές των αρχιερέων. Στο βιβλίο με τίτλο The Byzantine Lists: Errors of the Latins της Tia.M.Kolbada κάνοντας αναφορά στα έργα του Βαλσαμων που έζησε τον 12ο μΧ αιώνα και του Βλάσταρις που έζησε τον 14ο μΧ αιώνα, γράφουν ότι επί Αυτοκράτορα και Αγίου της Ορθόδοξης εκκλησίας Νικηφόρου Φωκά, κατά την διάρκεια της συνόδου, αρκετοί ιερείς και τουλάχιστον ένας επίσκοπος ομολόγησαν ότι είχαν λάβει μέρος σε μάχες και είχαν αφαιρέσει ζωές των εχθρών.
Προφανώς αυτά τα φαινόμενα δεν εμφανίζονταν στην Βασιλεύουσα και στις περιοχές που υπήρχε μακροχρόνια ασφάλεια. Στα Ακριτικά Θέματα οι κανόνες δεν ακολουθούνταν κατά γράμμα όπως φαίνεται και φυσικά ανάλογα την περίοδο. Μάλιστα δεν είναι τυχαίο που πολλά μεσαιωνικά μοναστήρια ήταν σαν μικρά φρούρια. Φυσικά σε αυτά υπήρχε φρουρά από τον Θεματικό στρατό, όταν όμως η φρουρά δεν επαρκούσε τότε και οι μοναχοί και οι ιερείς έπαιρναν τα όπλα.

Στη φωτογραφία Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών Λέοντες

Ή ναυμαχία της Δημητριάδας, οι Πεζοναύτες της Αυτοκρατορίας συγκρούονται με τους Φράγκους

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά, προπονητή Ξιφασκίας, εκπαιδευτή ενόπλου Παμμαχου και Οπλομαχίας

 

1275 μΧ, ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Ή Παλαιολόγος ο Ελευθερωτής είχε ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη από τους Λατίνους και προσπαθούσε να ελευθερώσει και τις επαρχίες της Αυτοκρατορίας οι οποίες ήταν υπό Λατινικό ζυγό. Στην Εύβοια κυριαρχούν οι Βενετοί, ενώ ένα από τα πιο δυνατά Λατινικά κρατίδια ήταν το Δουκάτο των Αθηνών. Στην δύση το Δεσποτάτο της Ηπείρου είχε πέσει σε μαρασμό και είχε μοιραστεί. Ο Ιωάννης ‘Α Δούκας ο Νόθος ήταν ο κύρης της Φθιώτιδας ενώ κυβερνούσε το κρατίδιο του από τις Νέες Πατρες ( την σημερινή Υπάτη ). Το 1272 μΧ ο Ιωάννης ‘Α Δούκας είχε λάβει το τίτλο του Σεβαστοκρατορα τον οποίο τον είχε προσκομίσει ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Ή σε μια πρόσκαιρη συμμαχία και είχε γίνει υποτελής του. Όμως ο Ιωάννης έκανε τα πάντα για να μείνει ανεξάρτητος και στο τέλος αντιτάχθηκε στην ηγεμονία της Αυτοκρατορίας. Στη Θεσσαλία κυβερνούσε ο Μαλιασηνος που με διάφορες συμμαχίες και γάμους έγινε ο κύρης της Θεσσαλίας ανεξάρτητα ποιος ήταν ο πραγματικός κυβερνήτης.

Ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ Ή έστειλε τον αδελφό του Ιωάννη Παλαιολόγο και τον Πρωτοστρατορα Αλέξιο Φιλανθρωπινο να εισβάλει στην Θεσσαλία για να την απελευθερώσει και να την προσαρτήσει στην Αυτοκρατορία. Οι στρατιώτες που θα αναλάμβαναν την επιχείρηση ήταν οι πεζοναύτες του Αυτοκρατορικού Στόλου, οι Τσάκωνες / Λάκωνες. Ο στόλος απέπλευσε από την Κωνσταντινούπολη με ναύτες τους Γασμουλους και κοπηλατες τους Προσαλεντες. Ο στόλος έφτασε στην Δημητριάδα και αποβίβασε τους Τσάκωνες χωρίς να συναντήσουν κάποια αντίσταση. Οι Τσάκωνες οι οποίοι ήταν άριστα εκπαιδευμένοι αφού νίκησαν τον στρατό του Ιωάννη Δούκα , πολιόρκησαν το κάστρο των Νέων Πατρέων όπου είχε οχυρωθεί ο Ιωάννης. Οι Τσάκωνες έφτιαξαν πολιορκητικές μηχανές όμως το κάστρο φαίνονταν δύσκολο να αλωθεί. Ο Ιωάννης τότε μεταμφιέστηκε σε χωρικό,πέρασε τις γραμμές των Αυτοκρατορίκων και έφτασε στην Αθήνα. Έτσι έφτασε ο Ιωάννης Δούκας ως χωριάτης στο παλάτι του Δούκα των Αθηνών ,του Ιωάννη ντε λα Ρος και ζήτησε την βοήθεια του για να τον βοηθήσει να διώξει τους Αυτοκρατορικούς. Έτσι και έγινε, ο Ιωάννης ντε λα Ρος γρήγορα συγκέντρωσε τις δυνάμεις του, τους σιδεροφρακτους ιππότες, τους σερτζεντους και τους αλμπαντιερους και προωθήθηκε γοργά προς το κάστρο του Δούκα.
Οι Τσάκωνες αιφνιδιάστηκαν πλήρες όταν οι ιππότες των Αθηνών έπεσαν πάνω τους και ταυτόχρονα οι υπερασπιστές του κάστρου κάνανε έξοδο.
Οι πεζοναύτες της Αυτοκρατορίας θα εξολοθρευονταν όλοι αν ο Ιωάννης Παλαιολόγος δεν καλούσε για υποχώρηση. Οι Αυτοκρατορικοί πεζοναύτες της Λακωνίας κατάφεραν να απεμπλακούν και διαφύγουν αφήνοντας όμως πολλούς νεκρούς πίσω τους.
Οι Φράγκοι και ο Δούκας ζούσαν τον απόλυτο θρίαμβο. Μετά από ένα σύντομο συμβούλιο αποφασίζουν καταστρέψουν τον Αυτοκρατορικό Στόλο ο οποίος βρισκόταν στην Δημητριάδα ζητώντας βοήθεια από την Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας η οποία δέχτηκε αμέσως.

Πίσω στην Δημητριάδα ο Πρωτοστρατορας Αλέξιος Φιλανθρωπινος δεν είχε νέα από τους πεζοναύτες. Είχε περάσει πολύς καιρός και κανείς αγγελιαφόρος δεν είχε έρθει. Τα μεταγωγικά βρίσκονταν στο λιμάνι ενώ ο κύριος Αυτοκρατορικός Στόλος με τις τριήρεις και τους Δρομωνες ήταν παραταγμένοι στο κόλπο των Δύο Αλμυρών.
Ένα πρωινό οι παρατηρητές καλούσαν σε συναγερμό. Πέρα έκαναν την εμφάνιση τους πολεμικές γαλέρες και όλες τους είχαν την σημαία του Λέοντα. Οι Βενετοί είχαν φτάσει, άλλοι από την Εύβοια και άλλοι από την Κρήτη. Ο Αυτοκρατορικός Στόλος προσπάθησε να παραταχθεί σε παράταξη σύγκρουσης, όμως ήταν παγιδευμένος γιατί δεν περίμενε επίθεση. Ο Φιλανθρωπινος διέταξε από την ναυαρχίδα του οι τριήρεις να επιτεθούν για να εμβολισουν τις γαλέρες , όμως ήταν αδύνατο. Δεν μπορούσαν να αναπτύξουν την απαιτούμενη ταχύτητα εμβολισμού και όταν πλησίασαν τις γαλέρες οι οποίες είχαν πιο ψηλή πλώρη οι οποίες είχαν και ένα πυργίσκο , δέχτηκαν πολλαπλά πυρά από τους καταπέλτες και τις βαλλίστρες. Οι Βενετοί εύκολα σκότωναν τους Γασμουλους και τους λίγους οπλίτες που είχαν οι τριήρεις κά οι δρομωνες. Αν και τα Αυτοκρατορικά ήταν ποιο πολλά εύκολα οι Βενετοί τα βουλιάζαν. Κάποια Βενετικά πλοία κατάφεραν και πήγαν προς το λιμάνι που ήταν αγκυροβολημένα τα Αυτοκρατορικά μεταγωγικά και άρχισαν να χτυπούν τα Ρωμαϊκά πλοία από την πρύμνη. Ο Φιλανθρωπινος είδε από την ναυαρχίδα του ένα Βενετσιάνικο πλοίο να πλησιάζει. Διέταξε τους οπλίτες του να επιτεθούν ενώ ταυτόχρονα έβλεπε το δεξί κέρας να καταρρέει. Οι οπλίτες που πήγαν να επιτεθούν δέχτηκαν δεκάδες πέτρες και σκοτώθηκαν όλοι, ένα φλεγόμενο βέλος χτύπησε τα πανιά και άρχισε να παίρνει φωτιά. Οι πρώτοι Βενετοί στρατιώτες έκαναν ρεσάλτο και ξεκίνησε μια επική σύγκρουση στο κατάστρωμα ανάμεσα στους Βενετούς και τους Γασμουλους. Ο Φιλανθρωπινος είδε τους Βενετούς να πιέζουν με τις μεγάλες ασπίδες τους τους Γασμουλους οι οποίοι πολεμούσαν λυσσαλέα με τα τσεκούρια τους. Όμως οι Βενετοί ήταν πιο ισχυροί και οι Γασμουλοι καταρρευσαν, είδε Βενετούς σιδεροφρακτους να ορμούν πάνω του. Τότε τράβηξε το σπαθί του και όρμησε καταπάνω τους. Έπεσαν πάνω του πέντε όμως ένα μπουλούκι από Γασμουλους που είχαν αρχικά υποχωρήσει ξαναμπήκαν στην μάχη μόλις είδαν τον καπετάνιο τους να πολεμά. Κουρασμένος ο Φιλανθρωπινος συνέχισε να πολεμά ,όμως ένας κεφαλοθραυστης χτύπησε το κεφάλι του και ένα δορυ διαπέρασε την πανοπλία του αλλά γρήγορα οι Βενετοί έπεσαν νεκροί από τα τσεκούρια των Γασμουλων. Πληγωμένος στηρίχτηκε στο σπαθί του. Είδε ότι όλα είχαν χαθεί. Δρομωνες βουλιάζαν και οι Βενετοί νικούσαν και αυτός αργοπεθαίνε .

Τότε στην πιο σκοτεινή στιγμή, ακούστηκαν από τη Δύση Ρωμαϊκά βουκινα. Ένας Προσελαντε ο φώναξε δυνατά ” Οι Τσάκωνες, έρχονται οι Τσάκωνες!” Ο Φιλανθρωπινος χαμογελούσε και προσεύχονταν.

Ο ναύαρχος του Φράγκικου στόλου που αποτελούνταν από Λομβαρδικα και Βενετικά πλοία ο Φίλιππος Σανουδος , ένιωθε ότι ήταν κοντά στον απόλυτο θρίαμβο. Οι άντρες του σύντομα θα νικούσαν. Είδε τα λάβαρα του αυτοκράτορα να πέφτουν και η ναυαρχίδα των Αυτοκρατορίκων θα ήταν σύντομα δική του. Όμως τότε ακούστηκαν τα βουκινα. Είδε εκατοντάδες καβαλάρηδες να φτάνουν στο λιμάνι. Δεν ήταν οι ιππότες του Ντε Λα Ρος. Είχαν μια σημαία με την ημισέληνο και τον ήλιο με τις οκτώ ακτίνες και το λάβαρο του Αυτοκράτορα. Οι καβαλάρηδες κατέβηκαν από τα άλογα αμέσως , τρέξαμε γρήγορα στα μεταγωγικά πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι. Είδε κάποιος να κόβουν τους κάβους με κάτι μεγάλα τσεκούρια, και είδε τα μεταγωγικά να έχουν όλα πορεία σύγκρουσης με τα Βενετικά. Τα Βενετικά που είχαν εγκλωβιστεί δεν είχαν καμία ελπίδα να κάνουν ελιγμό. Ο Σανουδος είδε ένα μεταγωγικό να συγκρούεται με την γαλέρα του, και με φρίκη είδε τον πρώτο Λάκωνα πεζοναύτη να κάνει ρεσάλτο στο κατάστρωμα. Ο πρώτος Βενετός που πήγε να τον πλησιάσει έχασε το κεφάλι του από το τσεκούρι ενός άλλου πεζοναύτη που μόλις είχε έρθει πίσω από τον πρώτο. Είδε και άλλους να κάνουν ρεσάλτο και γρήγορα να κάνουν τείχος ασπίδων και άκουγε μόνο μια λέξη να ακούγετε ρυθμικά από τα στόματα των Πεζοναυτών Λακώνων
” Νίκη, Νίκη, Νίκη. ”

Η νίκη των Ρωμαίων ήταν απόλυτη. Όλος ο Βενέτικος στόλος καταστράφηκε, ενώ η οργή των Τσακώνων και των Γασμουλων ήταν τόσο μεγάλη που δεν άφησαν σχεδόν κανένα Φράγκο ζωντανό. Ενώ ο Σανουδος και άλλοι μεγάλοι άρχοντες και ιππότες αιχμαλωτίσθηκαν και στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη.

Η ναυμαχία της Δημητριάδας ήταν αρχή της μεγάλης αντεπίθεσης της Αυτοκρατορίας για την απελευθέρωση των νησιών του Αιγαίου.

Πηγές:
-Γεώργιος Παχυμερης ” Μιχαήλ Παλαιολόγος”
-Νικηφορου Γρηγορα ” Ιστορίαι ”
-Sanudo regnio di Romania
-Raffael Damato ” Byzantine Naval Forces 1261-1461

Στο βίντεο: Βυζαντινές Πολεμικές Τέχνες, μονομαχίες

 

Στο βίντεο: Η χρήση της μαχαιρας και του κονταριού

(Κάνε εγγραφή τώρα στο κανάλι μας για να είσαι ενημερωμένος )

Στη Φωτογραφία: Ξιφομάχοι και Αναβιωτες της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών ‘Λέοντες’.

Ποιο ήταν το σύνταγμα των Παραμοναί ;

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά προπονητή Ξιφασκίας, εκπαιδευτή ενόπλου Παμμαχου και Οπλομαχίας

Οι Παραμοναί ήταν ένα Βυζαντινό σύνταγμα της Παλατινης Φρουρας της Παλαιολόγειας περιόδου, του οποίου η λειτουργία μας είναι ασαφής.

Το όνομα προέρχεται από το ελληνικό ρήμα «παραμένω». Σε αντίθεση με άλλες μονάδες φρουράς του Παλαιολόγειου στρατού όπως η Βαραγγιανή Φρουρά, οι Παραμονές στρατολογούνταν μόνο από Έλληνες. Η ύπαρξή τους επιβεβαιώνεται με ασφάλεια στις γραπτές πηγές μόνο για την περίοδο από το 1272μΧ έως το 1315μΧ.

Ωστόσο αναφέρονται ακόμη από τον συγγραφέα Ψευδο-Κωδινό στα μέσα του 14ου μΧ αιώνα, ο οποίος καταγράφει ότι η φρουρά είχε δύο υποδιαιρέσεις, μία πεζικού και μία άλλη ιππικού, την καθεμία από τις οποίες διοικούσε ένας «Αλλαγάτωρ», και ότι όλοι οι στρατιώτες ήταν οπλισμένοι με μακριά σπαθιά.

Αυτοί οι ομιχλώδες φρουροί του παλατιού, αναφέρονται επίσης ότι υπήρχαν τον 13ο αιώνα και υπηρετούσαν στην αυτοκρατορική αυλή. Οι Παραμοναί είχαν στην κατοχή τους πολεμικά άλογα και το χαρακτηριστικό και τους ήταν ότι έφεραν μεγάλα πλατύστομα ίσια δικοπα σπαθιά και ο διοικητής τους είχε το τίτλο του Αλλαγατορα.

Οι Παραμοναί αναφέρονται εκτός από τον Ψευδο-Κοδινος και στα προστάγματα του Μιχαήλ του 8ου προς τον γιο του Ανδρόνικο αλλά και στην ιστορία του Νικήτα Χονιατη όπου τους αναφέρει να έχουν την ίδια υπόληψη με τους Βαραγγους.

Ο Γεώργιος Μετοχιτης που πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στη φυλακή για τις θεολογικές του απόψεις αναφέρει :

“Υπήρχαν δύο τάγματα στο παλάτι, το ένα ήταν από την δική μας φυλή και λέγονται Παραμοναί ενώ οι άλλοι είναι ξωμεριτες και εντελώς ξένοι και ονομάζονται Βαραγγοι.”

Η τελευταία φορά που αναφέρονται στη γραμματεία είναι σε ένα γράμμα όπου τους αναφέρει ως αυτοκρατορικούς Παραμενοντες όπου είχαν την αποστολή να πιάσουν και να φέρουν εν όποιον της δικαιοσύνης έναν φυγά στο όνομα του Αυτοκράτορα

Στη φωτογραφία: Παλατινος Φρουρός του Συντάγματος των Παραμοναί στο Ιερό Παλατιο.
Αναβιωτης και Ξιφομάχος της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών “Λέοντες”

Φωτογραφία Ηλίας Περγαντής

Παλαιολόγεια 2021 Διαδυκτιακο Δρώμενο, μέρος 1ο

 

Παλαιολόγεια 2021

Το βίντεο στο You Tube εδώ :

Κάθε χρόνο τιμάμε την επέτειο της Άλωσης της Αυτοκρατορίας ,με τα Παλαιολόγεια στα οποία κάνουμε αγώνες επίδειξης. Λόγω των μέτρων τιμήσαμε την επέτειο διαφορετικά.
Στις 29 και 30 Μαϊου διεξήχθει Διαδυκτιακο δρώμενο.

Οι κανόνες ήταν οι ακόλουθοι:

Το Δρώμενο είχε 3 επίπεδα στα οποία ο μαχητής έπρεπε να εκτελέσει κάποιες σκιαμαχιες ανάλογα με το επίπεδο.

Α. Προστάτευσε την γέφυρα

Ο μαχητής για 3 λεπτά έπρεπε να εκτελεί σκιαμαχιες εναντίον σε φανταστικούς αντιπάλους εκτελώντας επιθέσεις και άμυνες υποθέτοντας ότι προστατεύει μια γέφυρα. Άρα οι κινήσεις αφορούν στενό χώρο.

Β. Προστάτευσε τις επάλξεις

Ο μαχητής για 3 λεπτά έπρεπε να εκτελεί σκιαμαχιες εναντίον σε φανταστικούς αντιπάλους εκτελώντας επιθέσεις και άμυνες υποθέτοντας ότι προστατεύει τον τομέα των επάλξεων που έχει καταληφθεί από εχθρούς. Οι εχθροί υποτίθεται ότι έρχονται έως και 3 πλευρές.

Γ. Προστάτευσε την πύλη

Ο μαχητής για 3 λεπτά έπρεπε να εκτελεί σκιαμαχιες εναντίον σε φανταστικούς αντιπάλους εκτελώντας επιθέσεις και άμυνες υποθέτοντας ότι προστατεύει την πύλη η οποία δέχεται μαζική επίθεση από εχθρούς. Οι εχθροί υποτίθεται ότι έρχονται μόνο από μπροστά.

Ο μαχητής σε κάθε επίπεδο μπορούσε να χρησιμοποιεί διαφορετικά όπλα κάθε φορά.

Στο δρώμενο πήραν μέρος μαχητές από όλη την Ελλάδα, από τις Η.Π.Α, την Σαρδηνία, την Κύπρο και την Βουλγαρία.

 

Τουρνουά επίδειξης ενόπλου Παμμαχου “Παλαιολόγεια” / Παρθεν η Ρωμανία

 

Η Ακαδημία Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών ‘Λέοντες’

Παρουσιάζει φωτογραφικό υλικό από τα
Τουρνουά επίδειξης ενόπλου Παμμαχου “Παλαιολόγεια” / Παρθεν η Ρωμανία.

Ένας θεσμός που γίνεται κάθε χρόνο στον Πειραιά από το 2017. Τιμώντας με αυτό τον τρόπο τους μαχητές της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης το 1453 μΧ.

Το τουρνουά επίδειξης χωρίζεται σε μονομαχίες και σε σκιαμαχιες / χειρονομίες.

Οι μονομαχίες γίνονται φορώντας ειδικό προστατευτικό εξοπλισμό και χρησιμοποιώντας αντίγραφα μεσαιωνικών όπλων που δεν είναι αιχμηρά.

Οι σκιαμαχιες / χειρονομίες γίνονται παρουσιάζοντας οι μαχητές μια συγκεκριμένη χορογραφία που έχουν δηλώσει ή παρουσιάζουν εικονική μάχη που τους έχει ζητηθεί μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό όριο.

Στα Παλαιολόγεια έχουν πάρει μέρος μαχητές από όλη την Ελλάδα, την Κύπρο, την Ρωσία, την Βουλγαρία και τις Η.Π.Α.

Βοήθησε και εσύ να γίνει γνωστό το ένοπλο Πάμμαχον και η Οπλομαχία. Κάνε εγγραφή τώρα στο κανάλι μας και like στο βίντεο.

Σας ευχαριστούμε πολύ για την συνεχή στήριξη.

Εκπαιδευτής: Γεώργιος Ε. Γεωργάς, προπονητής ξιφασκίας, εκπαιδευτής ενόπλου Παμμαχου και Οπλομαχίας

Πληροφορίες στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο : g_e_georgas@yahoo.gr

Βυζαντινές Πολεμικές Τέχνες: Τεχνικές με σπάθη και ασπίδιο/ Τεχνικές με δύο σπαθιά

 

Βυζαντινή Σπαθασκία:
Ο τρόπος ξιφομαχιας με σπαθί ή σπάθη και ασπίδιο είναι από τους παλιούς και καταγράφετε στα Ρωμαϊκά χρόνια.

Βοήθησε και εσύ να γίνει γνωστό το ένοπλο Πάμμαχον και η Ιστορική Ξιφασκία. Κάνε like στο βίντεο και εγγραφή στο κανάλι μας για να είσαι ενημερωμένος.

Τεχνικές ξιφομαχίας με δύο σπαθιά ( ξίφους και παραμηριον ) εναντίον παραμηριον και ασπίδιου.
Αυτός ο τρόπος μάχης ήταν σπάνιος για τους Βυζαντινούς στρατιώτες της πρώιμης περιόδου . Την μέση περίοδο τον χρησιμοποιούσαν οι Ακρίτες σύμφωνα με έργα τέχνης που δείχνουν Ακρίτες να μάχονται με ένα σπαθί σε κάθε χέρι ίδιου μήκους. Στην ύστερη εποχή ξαναήρθε αυτή η μέθοδος μάχης όταν οι Βυζαντινοί είχαν έρθει σε επαφή με τους μισθοφόρους της Μεγάλης Καταλανικής Εταιρίας. Οι Ισπανοί μισθοφόροι χρησιμοποιούσαν με μεγάλη επιτυχία αυτή την μέθοδο ξιφομαχίας στο πεδίο της μάχης. Οι Βυζαντινοί που είδαν την μέθοδο αυτή, αρχικά ως σύμμαχοι και αργότερα ως εχθροί της Εταιρείας, πρόσθεσαν την μέθοδο αυτή στις πολεμικές τέχνες του Βυζαντινού στρατού. Τελευταία καταγεγραμμένη αναφορά που οι Βυζαντινοί χρησιμοποίησαν την μέθοδο αυτή σε πόλεμο , ήταν μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης σε μια μάχη στη Πελοπόννησο ενάντια στους Οθωμανούς όταν αντιμετώπισαν τις ορδές του Σουλτάνου πάνω σε έναν λόφο του Μωριά.

Εκπαιδευτής : Γεώργιος Ε. Γεωργάς
Mail : g_e_georgas@yahoo.gr

 

Μέγας Κωνσταντίνος και Αγία Ελένη

 

Της Ελλάδας Κράλλη, μέλους της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών “Λέοντες”

Η Φλαβία Ιουλία Ελένη γνωστή και ως Αγία Ελένη με τον τίτλο της Αυγούστας και αυτοκράτειρα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν μια σημαντική προσωπικότητα που με την πλούσια ψυχική της δύναμη κατάφερε να αλλάξει τα δεδομένα του Χριστιανισμού. Σύμφωνα με τον ιστορικό Προκόπιο η Ελένη γεννήθηκε περίπου στα μέσα 3ο αιώνα (247μ.Χ.) στο Δρέπανο της Βιθυνίας (Γιάλοβα Μικράς Ασίας). Μετά από 20 χρόνια γνωρίστηκε με τον Κωνστάντιο Χλωρό. Ο ιστορικός Timothy Barnes υποστηρίζει ότι η συνάντηση τους έγινε όταν υπηρετούσε ο Κωνστάντιος τον αυτοκράτορα Αυρηλιανό βρισκόμενος στην Μικρά Ασία σε μια εκστρατεία κατά της βασίλισσας Ζηνοβίας. Ο Κωνστάντιος το θεώρησε σημάδι από τον Θεό καθώς φορούσαν και οι δυο πανομοιότυπα ασημένια βραχιόλια. Παντρεύτηκαν το 270 μ.Χ. εφόσον ο νόμος επέτρεπε το γάμο ενός αξιωματούχου και μιας γυναίκας χαμηλότερης κοινωνικής τάξης.

Στις 27 Φεβρουαρίου το 272 μ.Χ. έφερε στον κόσμο τον υιό της Κωνσταντίνο τον Μέγα (Φλάβιος Βαλέριος Αυρήλιος Κωνσταντίνος/Flavius Valerius Aurelius Constantinus) στη Ναϊσσό της Άνω Μοισίας σημερινή Σερβία. Ο Κωνστάντιος ήταν συγγενής του αυτοκράτορα Κλαύδιου και βασίλευε πριν από τον Διοκλητιανό και τον υπηρετούσε πιστά. Αρχές Μαρτίου του 293 μ.Χ. στο Μιλάνο ο Διοκλητιανός τον προβίβασε σε Καίσαρα της Γαλατίας, Βρετανίας και Ισπανίας. Τον τίτλο τον δέχτηκε με την προϋπόθεση να πάρει διαζύγιο από την Ελένη και να παντρευτεί την θετή κόρη του αυτοκράτορα Μαξιμιανού Θεοδώρα με την οποία απέκτησε έξι τέκνα.

Η Ελένη έμεινε μόνη μαζί με τον Κωνσταντίνο δίχως όμως να χάνει τις ελπίδες και τις δυνάμεις της ακόμα και κάτω από τη φρούρηση του Διοκλητιανού και μετέπειτα του Γαλέριου, οι οποίοι καιροσκοπούσαν τις κινήσεις του Κωνστάντιου. Το 305 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος βρέθηκε στην αυλή του Διοκλητιανού στη Νικομήδεια με το αξίωμα του Χιλίαρχου. Ο πατέρας του είχε αναδειχθεί με τον τίτλο του Αυγούστου μαζί με τον Γαλέριο εφόσον είχαν παραιτηθεί από τα αξιώματα τους ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός. Ο Κωνσταντίνος ακολούθησε τον πατέρα του στην εκστρατεία του στη Μεγάλη Βρετανία. Στις 25 Ιουλίου το 306 μ.Χ. ο Κωνστάντιος πεθαίνει και ο στρατός του ανακηρύσσει για Αύγουστο τον Κωνσταντίνο στο Εβόρακο, σημερινό Γιορκ. Ο τίτλος δεν έβρισκε σύμφωνο τον Γαλέριο και του παραχώρησε ελεύθερα τη θέση του Καίσαρα, αλλά Κωνσταντίνος δεν ήταν διατεθειμένος να παραιτηθεί τόσο εύκολα. Μετά από αυτό είχε να αντιμετωπίσει αρκετές μάχες και η πιο χαρακτηριστική από αυτές ήταν να νικήσει τον τύρρανο Μαξέντιο (υιο του Μαξιμιανού).

Ο Κωνσταντίνος πεπεισμένος ότι ήταν ο νόμιμος αυτοκράτορας της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας συγκέντρωσε τον στρατό του για επίθεση στην Ιταλία το 312 μ.Χ. Ο Μαξέντιος στα νότια που είχε καταλάβει την Ρώμη το θεώρησε ως ευκαιρία να διεκδικήσει τον τίτλο. Προσπάθησε να αξιοποιήσει τις δυνάμεις που διέθετε στην Ιταλία, τη Κορσική, τη Σαρδηνία, τη Σικελία και τις επαρχίες της Αφρικής. Προχωρώντας ο Κωνσταντίνος νότια μετά από σύγκρουση με τα στρατεύματα του Μαξέντιου στο Τορίνο και στη Βερόνα κατέκτησε την βόρεια Ιταλία. Ο κόσμος τον υποστήριξε στον σκοπό του επειδή τους έδειξε συμπόνια και ο στρατός του μεγάλωσε στους 100.000 (πεζικό 90.000και – ιππικό 8.000). Όταν έφτασε στην Ρώμη ήταν σίγουρος ότι ο Μαξέντιος θα βρισκόταν πίσω από τα τείχη και θα μπορούσε να τον πολιορκήσει με αυτόν τον τρόπο αβίαστα. Ο Μαξέντιος όμως έχοντας έρθει αντιμέτωπος στο παρελθόν με τις στρατιωτικές δυνάμεις του Σήβερου (307μΧ) και Γαλέριου (308μΧ) ήταν ήδη προετοιμασμένος για μια τέτοια πολιορκία. Αποφάσισε λοιπόν να δώσει συνάντηση με τον Κωνσταντίνο στον ποταμό Τιβέρη στην γέφυρα Μουλβία. Αυτή η κίνηση του πιστεύεται ότι είχε ευνοϊκά σημάδια με κατάληξη την απόκτηση του θρόνου. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ευσέβιο ο Κωνσταντίνος πίστευε στον θεό Ήλιο ( Deus Sol Invictus ) το οποίο ήταν αντίθετο με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της μητέρας του Ελένης. Προβληματισμένος για αυτό που ήταν να αντιμετωπίσει προσευχήθηκε στον Θεό. Περιγράφει στο βιβλίο του (Life of Constantine) το 337μ.Χ. μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου ότι την νύχτα στις 27 Οκτωβρίου το 312 μ.Χ. μια μέρα πριν την σπουδαία μάχη ισχυρίστηκε ότι μέσω ενός οράματος που είδε να του δίνεται η εντολή να πολεμήσει υπό την προστασία του χριστιανικού θεού. Στο όραμα του εμφανίστηκε ένας σταυρός στον ουρανό με μια φράση στα λατινικά (In Hoc Signo Vinces) που σήμαινε : «Εν τούτω νίκα». Ο συγγραφέας δηλώνει ότι ο Κωνσταντίνος αμέσως διέταξε τον στρατό του να ζωγραφίσουν το χριστιανικό σύμβολο στις ασπίδες τους. Μια άλλη άποψη του συγγραφέα Λακτάντιου είναι ότι το χριστιανικό σύμβολο που ζωγράφισαν οι στρατιώτες του Κωνσταντίνου είχαν τα γράμματα ΧΡ που υποδηλώνουν το όνομα του Ιησού Χριστού σε αντίθεση με τον Ευσέβιο. Παρ’όλα αυτά όμως στις 28 Οκτωβρίου μαζί με τον στρατό του επιτέθηκαν με τέτοιο πάθος στους άντρες του Μαξέντιου που στην προσπάθεια τους να διαφύγουν μέσω του ποταμού προκλήθηκε κατάρρευση της γέφυρας και άλλοι πνίγηκαν ή ποδοπατήθηκαν. Μόλις στα 24 έτη του ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στη Ρώμη κρατώντας το κεφάλι του Μαξέντιου. Ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας της δυτικής πλευράς της Αυτοκρατορίας.

Με την άνοδο του Κωνσταντίνου επανήλθε στα δημόσια δεδομένα και η μητέρα του Ελένη, την οποία είχε πάντα στο πλευρό του ως συνεργάτιδα και σύμβουλο. Εκείνος για να την τιμήσει της έδωσε τον τίτλο της Αυγούστας. Λίγο μετά την ανάδειξη του υιού της η Ελένη προσηλυτίστηκε στον χριστιανισμό. Αυτή η άνθηση της πίστης της και ο τίτλος της έδωσε το έναυσμα να βοηθήσει τους φτωχούς δείχνοντας γενναιόδωρη ελεημοσύνη παρέχοντας τους αυτά που είχαν ανάγκη. Απελευθέρωσε επίσης φυλακισμένους και εκείνους που είχαν σταλεί σε ορυχεία ή σε εξορία. Η πίστη της αυτή ενέπνευσε τον Κωνσταντίνο το 313 μ.Χ. δημοσιεύοντας στο Διάταγμα των Μεδιολάνων ότι οι χριστιανοί μπορούσαν να λατρεύουν ελεύθερα. Υπάρχει περιγραφή της Ελένης να είναι ντυμένη απλά και να είναι μαζί με το πλήθος δίνοντας τους φαγητό από τα χέρια της. Ο σεβασμός και η αγάπη προς τη μητέρα του φάνηκε με την ύψωση των δυο στηλών με το όνομα της στον έναν και το δικό του στον άλλον στην πλατεία Φόρος στην Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον προς τιμήν της έκοψε νομίσματα με το όνομα και τη μορφή της και μετονόμασε το Δρέπανο σε Ελενόπολη. Της παραχώρησε επίσης το ανάκτορο στο Σεσσόριο του Λατεράνου για να μπορέσει να ανοικοδομήσει ναούς και να χτίσει νέες εκκλησίες και ευαγές ιδρύματα. Ο ιστορικός Ευσέβιος την περιγράφει ως «Ελένη Αυγούστα…ευσεβούς τεκμήρια διαθέσεως ίδρυσε».

Ο Κωνσταντίνος είχε νυμφευτεί δυο φορές. Η πρώτη του σύζυγος ήταν η Μινερβίνα και παντρεύτηκαν το 303 μ.Χ. αποκτώντας τον υιο τους τον Κρίσπο. Όμως το 307μΧ για να ενισχύσει τη θέση του στην Τετραρχία πήρε διαζύγιο από την Μινερβίνη και παντρεύτηκε την Φαύστα, κόρη του Αυγούστου Μαξιμιανού αποκτώντας τρεις υιους (Κωνστάντιο II, Κωνσταντίνο II, Κώνστα) και δυο κόρες (Κωνσταντίνα, Ελένη). Μέσω του διατάγματος των Μεδιολάνων προσπάθησε να σταματήσει τον διωγμό των χριστιανών νομιμοποιώντας τον Χριστιανισμό και καθιερώνοντας την Κυριακή ως ημέρα λατρείας. Η υπογραφή του διατάγματος έγινε μέσω συμφωνίας του Κωνσταντίνου και του Αυγούστου της Ανατολής και συμμάχου του Λικίνιο. Ο Κωνσταντίνος για να επισημοποιήσει το γεγονός εκείνο πάντρεψε την δεκαοχτάχρονη αδελφή του Κωνσταντία με τον Λικίνιο, ο οποίος εκείνη την περίοδο ήταν 45 ετών. Ο Λικίνιος όμως παρά τη συμμαχία για να σταματήσει ο διωγμός των πιστών και παρά τους αγώνες του Κωνσταντίνου να προσφέρει το καλύτερο για τον λαό του, ήθελε να τον πολεμήσει. Τον έφερνε αντίθετο που ο Κωνσταντίνος είχε αλλάξει τις θρησκευτικές του ανιλήψεις. Θέλησε να τον εξοργίσει ακυρώνοντας τη συνθήκη με την αφορμή το ξεκίνημα των εξεργέσεων μεταξύ τους. Το 322/23 μ.Χ. εγκαταστάθηκε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης αντιμετωπίζοντας τους επαναστάτες Σαρμάτες και Γότθους, οι οποίοι ήταν υπό την επικράτεια του πολιτικού αντιπάλου του, Λικίνιο. Το 324 μ.Χ. ήταν και η τελική αναμέτρηση μεταξύ τους. Οχυρωμένος ο Λικίνιος με τα τείχη του στην Ανδριανούπολη του Βυζαντίου που εν τέλει πολιορκήθηκε από τον Κωνσταντίνο και τον υιό του Κρίσπο. Αποφασισμένος να εγκαταλείψει το Βυζάντιο πορεύτηκε στη Χρυσούπολη στη Μικρά Ασία, αλλά στις 18 Σεπτεμβρίου πάλι ηττήθηκε από τις δυνάμεις των δυο ανδρών. Προσπάθησε να διαφύγει στη Νικομήδεια, αλλά τελικά συννελήφθει. Ο Κωνσταντίνος διέταξε την εκτέλεση του παρά τις ικεσίες της αδελφής του Κωνσταντίας. Φοβούμενος τις απείλες των Γότθων για την απόκτηση του θρόνου μέσω δρακόντειων μέτρων διέταξε τη δολοφονία του εντεκάχρονου υιου του Λικίνιου, Λικιανιανό δίχως δεύτερη σκέψη. Ήταν ο ηγέτης πλέον της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μετέφερε την κύρια έδρα του στην Ανατολή. Ήθελε να εξετάσει πολλές περιοχές αλλά κατέληξε στο Βυζάντιο. Γνώριζε καλά την πόλη μετά την μάχη του με τον Λικίνιο και αποφάσισε να την διευρύνει και την επεκτείνει. Την πρωτεύουσα την ονόμασε Κωνσταντινούπολη (Κωνσταντίνου Πόλη).

Η επικράτηση του Χριστιανισμού δίνοντας μια ανάσα στους πιστούς ήταν η αρχή της ανεξιθρησκείας προκαλώντας μεγάλες συγκρούσεις κυρίως στο θέμα των αιρέσιων. Ο Άρειος ήταν αντίθετος με τις αποφάσεις στα ζητήματα για την υπόσταση του Ιησού Χριστού και αυτό επειδή θα δημιουργούσε μέγιστα προβλήματα στην Αυτοκρατορία ο Κωνσταντίνος έδρασε άμεσα. Το 325 μ.Χ. συγκάλεσε την Α΄Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας καταδικάζοντας τον Άρειο για την διάδοση των αιρετικών του απόψεων. Ο Κωνσταντίνος γνωστοποίησε την απόφαση της Συνόδου μέσω επιστολής στην Αίγυπτο, Πεντάπολη, Λιβύη και Αλεξάνδρεια. Η ευτυχισμένη ζωή όμως του Κωνσταντίνου δεν κράτησε για πολύ καθώς το 326 μ.Χ. διέταξε τη δολοφονία του υιου του Κρίσπου και της δεύτερης συζύγου του Φαύστας με την υποψία ότι είχαν συνάψει ερωτική σχέση. Ο Ευσέβιος τονίζει την αγριότητα του Κωνσταντίνου καθώς με διαταγή του εξολοθρεύτηκαν οι ευνούχοι της Αιγύπτου οι οποίοι ήταν ενάντια στους ηθικούς του κώδικες. Εκείνο το διάστημα της μεγάλης τραγωδίας η Ελένη διατήρησε την πίστη της και ήταν έτοιμη για τη μεγάλη αποστολή της με το προσκύνημα της που ξεκίνησε στους Αγίους Τόπους. Διέταξε την ανακατασκευή των Βασιλικών στη Βηθλεέμ και της Αναλήψεως στο Όρος των Ελαιών. Ζήτησε από τον Κωνσταντίνο να χτιστεί Βασιλικό στο σημείο που είχε πεθάνει και αναστηθεί ο Χριστός. Την περίοδο που γίνονταν όλα αυτά πάντα με την επίβλεψη της πίστευε ότι θα έβρισκε τα λείψανα του Χριστού. Η ιερή επιθυμία της την αντάμειψε καθώς βρέθηκαν ευρήματα από τον Τίμιο Σταυρό. Η ταυτότητα του σταυρού επιβεβαιώθηκε καθώς ένας άντρας τη στιγμή που το νεκρό του σώμα ακούμπησε το ξύλο αναστήθηκε. Τα τρία καρφιά από την Σταύρωση δόθηκαν στην Ελένη και τον Κωνσταντίνο, ο οποίος τοποθέτησε τα δυο στο στέμμα του(το οποίο βρίσκεται στον καθρεδρικό ναό της Μόνζα στην Ιταλία) δηλώνοντας ότι κανένας κανόνας δεν πρέπει να υπόκειται στον Θεό και το τρίτο στο χαλινάρι του αλόγου του.

Στο μέρος της ανακάλυψης του Τίμιου Σταυρού βρέθηκαν άλλοι δυο σταυροί. Στην επιστροφή της προς την Κωνσταντινούπολη πέρασε από την Κύπρο. Έδωσε την εντολή να αποσυνδεθούν οι τρεις σταυροί σμίγοντας τα ξύλα τους δημιουργώντας καινούργιους. Από το κομμάτι του ξύλου που ακούμπησαν τα πόδια του Χριστού η Ελένη έφτιαξε έναν μικρό σταυρό. Καθώς το ταξίδι συνεχιζόταν προς την Κωνσταντινούπολη νιώθοντας ταλαιπωρημένη ειδικά σε προχωρημένη ηλικία που βρισκόταν (80 ετών) ξάπλωσε για λίγο να ξεκουραστεί. Είδε στον ύπνο της μια αγγελική μορφή να της λέει να θεμελιώσει το τίμιο ξύλο στο νησί αφού χτίσει ναό ώστε να προσκυνούν οι πιστοί τον Σταυρό του Κυρίου και να τον δοξάζουν μέχρι το τέλος του κόσμου. Όταν συνήλθε διέταξε να γίνει αυτό που την πρόσταξε εκείνη η μορφή. Ο ένας σταυρός είχε εξαφανιστεί και εθεάθη στην κορυφή του Ολύμπου. Τότε η Ελένη μαζί με τους συνεργάτες της έχτισαν εκεί ναό εγκαινιάζοντας το τίμιο ξύλο και είναι στις μέρες μας το λεγόμενο Σταυροβούνι που υπάρχει η ομώνυμη Μονή. Ο Κωνσταντίνος υποδέχτηκε λαμπρά τη μητέρα του με τον Τίμιο Σταυρό και τα τέσσερα καρφιά που κουβαλούσε. Δεν είναι σίγουρο αν απεβίωσε το 327 μ.Χ. για τον λόγο ότι τα νομίσματα με την μορφή και το όνομά της σταμάτησαν τέλη του 328 με αρχές του 329. Ενταφιάστηκε με βασιλικές τιμές στη Ρώμη στο μαυσωλείο της οδού Λαβικάνας. Μετέπειτα το σώμα της μεταφέρθηκε στις κατακόμβες Πέτρου και Παύλου.

Ο Κωνσταντίνος τον Απρίλιο του 337 μ.Χ. ένιωσε τα πρώτα συμπτώματα μιας παράξενης ασθένειας. Είχε πειστεί ότι δεν του απέμενε αρκετός χρόνος γι’αυτό κατέφυγε στα ιαματικά λουτρά. Η υγεία του δεν έδειχνε σημάδια βελτιώσης. Θέλησε να βαφτιστεί Χριστιανός στον ναό των Μαρτύρων στην Ελενόπολη έχοντας αντιληφθεί ότι το τέλος του πλησίαζε. Μετά την βάπτιση του φορούσε μόνο το λευκό ένδυμα του βαπτίσματος και δεν θέλησε να φορέσει ξανά τον βασιλικό του χιτώνα μέχρι τη στιγμή του θανάτου του. Η κοίμιση του έγινε στα 63 του έτη και έπεσε την ημέρα της Πεντηκοστής. Το σκήνωμα του το τοποθέτησαν οι στρατιωτικοί σε χρυσή λάρνακα μεταφέροντας το στην Κωνσταντινούπολη και τα λείψανα του ενταφιάστηκαν στον ναό των Αγίων Αποστόλων καθώς εκεί ο Κωνσταντίνος είχε μεταφέρει τα λείψανα της μητέρας του στο ίδιο σημείο. Σύμφωνα με τον ιστορικό Ευτρόπιο η Ρωμαϊκή Σύγκλητος θεοποίησε τον Κωνσταντίνο και τον ονόμασε Μέγα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ανακήρυξε τον Κωνσταντίνο και την Ελένη Αγίους και Ισαπόστολους και γιορτάζουν μαζί στις 21 Μαΐου.

Πηγές :

Constantine the Great

Helena mother of Constantine

Constantine the Great

The battle of Milvian bridge

The vision of Constantine before the battle

Saint Helena the empress

Holy emperor Constantine and empress Helen equal to the Apostles

St Constantine and Helen

Emperor Constantine and his mother Helen are equal of the Apostles

 

The Knights Hospitaller and the Greeks


Author of this article as a Crusader Knight (Hospitaller Order) heeding the call of the imperial and royal majestic dynasties of the Eastern Roman (Byzantine) Empire. C.1190 AD. Picture taken at the Headquarters of the Hospitaller Order in London, at the Priory of St John at Clerkenwell. This is the place where the only Byzantine Emperor to ever visit England stayed, Emperor Manuel II Palaeologus, when he toured Europe for reinforcements against the Ottoman Turks. As emperor himself he was also the father of the penultimate and last emperors of Constantinople, John VIIII Palaeologus and Constantine XI Palaeologus (the famous Marble King) respectively. He rode here accompanied by the Knights of the Order

Author: Raymond Mansour Pelekanos (BA (Hons), LLB (Hons). UCL Faculty of Laws), member of the Academy of Historical European Martial Arts “Leontes”

Academic literature between the Greeks and the Knights have revolved around their specific presence in Rhodes and not their affiliation to the Greek people more generally. They are seen by them as a foreign element, rather than embraced as closely linked to themselves. This thesis is a reconciliation. Its purpose is not to claim that the Knights were Greek but rather that the Greeks were an seminal dimension to the Knights and were a key component to their existence. It also does not seek to glorify violence in the name of God which is contrary to the tenants of the faith. Its sanctioned only in self-defence, but the Crusader Knights- Hospitaller Order left a legacy that is an important part of Greek heritage and contrariwise.

The Hospitaller Order was one of the main crusader orders founded initially to protect pilgrims and the poor, and predominantly provide healthcare to the ill, but then took on a military role to defend the faith. It is one of the most famous and formidable of the orders along with the Templars and the Teutonics. The Hospitallers’s origins were informal, before officially being recognized by papal bull Pie postulatio voluntatis issued by Pope Paschal II in 1113. It is the oldest of all of them and still exists in the form of various organizations, notably that of the Sovereign Military Order of Malta. They were named Hospitallers because, with no surprise, they had Hospitals which they still operate to this day.

The very legends of their origins is Greek. The Hospitallers claimed direct continuation from the very first hospital built in Jerusalem by King Antiochus V Eupator, an ancient Greek Seleucid, who was one of the successors of Alexander the Great’s Hellenic Macedonian empire. (see “The Knights Hospitaller in the Holy Land”, pg 4, 1931, Sir Edwin James King)· Alternatively to this legend is that the Hospital was founded when the Byzantine Empire’s Ravenna Exarchate sent one of its prelates, Abbot Probus, in 602 to establish a hospital in Jerusalem on the mandate of Pope Gregory I The Great. This was during the Byzantine papacy and Gregory I himself had been appointed by (and his pontificate spanned) the reign of the first Greek roman emperor, Maurice. (Boas, Adrian J. “ Jerusalem in the Time of the Crusades: Society, Landscape and Art in the Holy City under Frankish Rule. Routledge. (2001) p. 26).

The Hospitallers were originally based in the Christian Quarter of Jerusalem (the “Muristan”) where the first Greek Hospital was built and operated all over the Levant Littoral. When Jerusalem was taken in 1187 by Saladin and the crusader states destroyed with the fall of Acre 1291 (inland) and Rouad in 1302 (offshore), they relocated briefly to the Greek Island of Cyprus. This was held at the time by the Luisignan house that had ruled over Jerusalem until its surrender, before deciding during that interim period to permanently settle on the Greek Island of Rhodes and its surrounding islands in the Dodecanese (building castles from Kalymnos-Leros to Kastelorizo). They remained there for over 200 years before being expelled by Ottoman Sultan Suleiman in 1523, whereby they moved to Malta where they headquartered to this day. They have permanent observer status in the UN General Assembly.

The Order attempted to aid the Greek War of Independence in 1821 by raising money for the Greek rebels so that it could return to Rhodes once successful against the Ottoman Empire (see “The Crusades, Christianity, and Islam”, Riley-Smith, Jonathan Simon Christopher (2013) pg 55 and “The Knights of Malta”, Sire, H. J. A. (1996). p. 249.) Whilst the revolution was successful in the mainland, the Dodecanese insular cluster, remained in Turkish hands until 1912 when the Italians took over, where it was only returned to become part of Greece proper in 1947. By this time the Hospitallers gave up their attempt to return to it. Yet they still proudly refer to themselves as Knights Of Malta, Rhodes and Jerusalem.

The Hospitaller order are also called the Knights of St John. This because of a Greek Orthodox Church dedicated to St John in the Christian Muristan sector of Jerusalem, where the Greek hospital was nearby situated. It was destroyed in 1005 along with the Church of the Holy Sepulcher in 1009, by the Islamic Caliph holding Jerusalem. It was refounded in 1023, by some merchants from Amalfi, many of these being also Greek, notably an individual called Mauros (a “Griko”) (Riley-Smith, Jonathan “The Knights Hospitaller in Jerusalem and Cyprus c. 1050-1310” (1967). pg 32–43 and Health and medicine in early medieval Southern Italy, Patricia Skinner, Brill Publishers, Leiden 1997). This makes sense as Amalfi was closely tied with the Greeks not only because it was within the ancient Greek sphere of influence called Magna Grecia, but also the byzantine empire’s Catapenate of Italy (the Ravenna Exarchate’s successor).

The Order, whilst officially and currently mostly catholic, is no longer exclusively Catholic, and incorporated peoples of different Christian denominations. Its beginnings predate the distinction between Catholic and Orthodox arising with the Great Schism of 1054. Later, many Knights became Protestant after the Reformation, leading rise to a number of associated Johanniter Orders from the North which are mutually recognized along with the Sovereign Military Order of Malta to be the legitimate evolution of the Hospitaller order. Indeed at one point, the head of the order was an Orthodox Christian, Tsar Paul I and the Order’s base in St Petersburg after Napoleon Bonaparte had captured Valetta. As a consequence, many Knights were also Orthodox Christian and this state of affairs had even been accepted as valid by the Roman Catholic See. The Order was and is therefore not confined to any denomination, only to the overall Christian faith. This is so, because despite being a notionally Roman Catholic Order, they do not take commands from the Papacy and quite interesting, they venerate a Greek Orthodox Christian Icon, our Lady of Philermos, which they hold as the patroness of the Order along with St John. This is an clear example of “Iconolatria” and is characteristic of official Orthodox dogma since 843 AD.

The Hospitallers are of course known for being crusaders. The First Crusade 1096-1099 was also direct consequence of the Greeks and was not, contrary to popular misconception, against either Arabs or Muslims specifically. Arab Muslims had already fought against Christendom for over 400 years before the First Crusade, since the beginning, from at least 622 AD. This too make sense, as of course the first Christian-Muslim confrontation was at the fringes, notably in the Battle of Yarmouk in 636 AD with the First Rashidun Caliphate in the East and in the west, the Berber Moorish invasion of Iberia 711.

The reason for the crusades was not therefore against arab muslim per se but, because the Byzantine Empire and its then Emperor, Alexios Komnenos requested defensive help from Europe to repel the Turks, who had invaded their territory as Seljuks from Central Asia (Jankent, Aral sea in modern Kazakstan) after the battle of Manzikert in 1071 near Lake Van. That the Turks were the reason for the Greek appeal that became the Crusades is shown in the contemporary account of the Chronicler Fulcher of Charters in the Historia Hierosolymitana where he archives Pope Urban II speech at the Council of Clermount in 1095 were it was inaugurated. In the same year as the first Turkish attack against the Greeks, the Normans had been invading Byzantine territories of the Catapanate , and took its last stronghold, Bari. The Crusades, characteristic of byzantine diplomacy to use its enemies one against another, repeated it again by diverting the Normans against the Turks , killing two birds with one stove. Once underway, the Latin Crusaders swore feudal allegiance (fealty ) to the Greek Emperor, and then set out into Asia Minor which is now Modern day Turkey, returning demesne that had been taken by the Turks back to the Greeks. That the crusaders had paid homage to the Emperor is well documented in the contemporary account made by Princess Anna Komnena in the Alexiad, the first female historian, who writes of the exploits of her father, Emperor Alexios Komnenos. After succeeding in reclaiming some territories for the Empire as allied auxiliaries, the Crusaders created their own frankish polities, namely the Kingdom of Jerusalem, County of Tripoli, Edessa and the Principality of Antioch (collectively comprising the Outremer Crusader States). In this flux, the Hospitallers , who at the time were merely medical monks, were militarized and made into a Knightly Crusader order by Raymond du Puy, the first Grand Master, who had acceded the leadership from the amalfitan head, Gerard Thom, a Benedictine priest serving the increasingly now more Latinised Greek Hospital (fully Latinized when retrospectively authorized by the Papacy in 1113 as stated above in light of Frankish dominance). The Crusades where therefore instigated by the Greeks and the Hospitallers would not have been crusaders had it not been for Byzantine foreign policy.

It is true that the Hospitallers took Rhodes by force from the Greeks in 1309 and held it until 1522, but they had initially offered to be vassals under the suzerainty of the Byzantine Empire and promised to fight against the Turks, providing the best knights they had in service of the Emperor Andronicus in return for making Rhodes their base (As noted by George Pachymeres a contemporary byzantine historian, and in the “The Knights Hospitaller”, Helen Nicholson (2001) pg47 ). Indeed they repeated this later in their own history when they relocated to Malta where they were vassals as a protectorate of the Sicilian Viceroy of Spain. Regrettably, their offer of vassalage to the greek emperor was refused and it was only then that the Hospitallers took Rhodes by force . But even when the Hospitallers did have the dodecanese as own sovereign polity, they still fought for and under the Byzantine Empire, notably at Riva in Black Sea in 1399 against the Ottomans. (see Historical Dictionary of Byzantium , John Hutchins Rosser page 237 (2012)). The Hospitallers even acted as the diplomatic liaison for Emperor Manuel II Paleologus who resided in its Chapters when making his tour of Europe asking for reinforcements ( see The Military Orders Volume III: History and Heritage- Victor Mallia-Milanes) . This last point being the background of my photo.

In fact, close ties between the Byzantine Greeks and the knights continued until the end. The Despot of Morea Theodore I Palaiologos (1382-1407) consensually offered Corinth as an allodial seisen to the Hospitallers to be a buffer against the Turks. This synergy was so successful that the Byzantines also ceded Kalavryta and Mystras, the capital of the Despotate, to them. However due to local disaffection, in 1404 Hospitallers signed a treaty with Theodore to return back these fiefs to byzantine holding and pay the Greeks a fee for having had them. The continued amicable relationship with the byzantines and knights reached an apogee with the alliance against the Ottomans signed in 1406. (“The Hospitallers, Templars, and Teutonic Knights in the Morea After the Fourth Crusade” Erhard P. Opsahl (1994) pg 90). This was natural, because the Hospitallers had always been mortal enemies of the Turks from their inception and fought against their barbary pirate corsairs and in Smyrna and Halicarnassus (then known as Petronium). Indeed the Hospitallers were on the side of Byzantine Empire during the fall of Constantinople in 1453 and some even fought a naval skirmish against the Turks outside its sea walls as recorded by an eye witness Nicolo Barbaro in his diaries.

The Hospitallers were a consociational organization. It was an amalgamation of magnates, prelates ruling over freefolk and serfs from different countries under one banner. The Hospitallers have the Eight Pointed Cross representing the 8 beatitudes of the Sermon on the Mount. This was also the symbol of the Duchy of Amalfi, which as stated above was said to be the provenance of some of the Greek merchants who had rebuilt the Greek Hospital in Jerusalem after it was destroyed by the ruling Fatimid regime, and which then became the base of the Order in the proximity next to the Greek Church of St John from which they acquired their name. Whilst the eight pointed cross was the official symbol of the Order, each chapter, that is to say, section of it maintained the individual heraldry of their country of origin. In this regard one only needs to see the Road of Knights in the Old Town Rhodes where each “langue” or “tongue” of the Order had its own building to reflect the demographic of that section; on each building there is the cross of the Hospitallers and the coat of arms of each realm they originated from. This was also evident with the personal shields of the Grand Masters, which were quartered with the resident flag of the Order and combined with their own private flags of their domiciles. So the Hospitallers were not a static foreign element but assimilated and integrated with different nationalities. There were many Hospitallers of Greek Origin; the best example would be Giovanni Paolo Lascaris, a Greek who became the 57th Grand Master and was a descendent of the Byzantine Imperial Dynasty of the Lascari. Under him, the Hospitallers colonized the Americas and various Islands in the Caribbean during the age of exploration. His Coat of Arms as Grand Master clearly shows the Flag of the Order quartered with the double-headed eagle (the Anatolian “Haga” which is of Hittite mythological provenance) that was the symbol of the Byzantine Empire to reflect his heritage, in the same colours as that still used today by the Greek Orthodox Patriarchate of Constantinople, yellow and black. This is also, of course, the emblems of the Christian orthodox faith and he even minted coins with this.(scroll down the following webpages to Lascaris The Pro Fide Knights (The Knights of Malta) – The Grand Masters of the XVIIth century (romeartlover.it) and OrderStJohn (hubert-herald.nl) There is also the true story of Anastasia, a local Greek woman who had married one of the Knights of the Order. When her husband was killed in battle during a siege of the city, she wore his armour and fought pretending to be him, slaying dozens of Turks before succumbing herself. (see De bello Rhodio by Jacobi Fontani, a contemporary historian).

I hope this humble attempt to survey the connections between the Greeks and the Knights has been useful. Thank you