Η κίνηση του ιππότη. Όταν ο Κωνσταντίνος, ο Βυζαντινός καταφρακτος άλλαξε την πορεία μιας μάχης

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά, προπονητή ξιφασκίας εκπαιδευτή ενόπλου Παμμαχου και Οπλομαχίας

582 μΧ. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία περνούσε δύσκολα χρόνια. Οι πρώτες φυλές των Σλάβων είχαν εμφανιστεί και έκαναν επιδρομές σε όλο τον Ελλαδικό χώρο λεηλατώντας τα πάντα φτάνοντας έως και την Αθήνα. Οι Άβαροι πίεζαν συνεχώς μέχρι που ο Αυτοκράτορας Τιβέριος Β – Κωνσταντίνος έκανε ανακωχή μαζί τους. Στην μακρινή Ανατολή ένας τεράστιος στρατός των Περσών εισέβαλαν στα ανατολικά σύνορα της Ρωμαϊκής Μεσοποταμίας καθώς ο πόλεμος συνεχίζονταν μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών. Η εισβολή των Σασσανιδών ήταν η αντεπίθεση τους στην μεγάλη επιδρομή που είχαν κάνει οι Ρωμαίοι το προηγούμενο έτος.
Σε απάντηση της εισβολής των Περσών ο Έλληνας Αυτοκράτορας Τιβέριος Β – Κωνσταντίνος έστειλε τον γαμπρό του Μαυρίκιο, ο οποίος ήταν ο Μάγιστρος του Στρατού ( Magister Militum ). Οι δύο αιώνιοι αντίπαλοι συναντήθηκαν στην Κωνσταντίνη της Ρωμαϊκής Μεσοποταμίας. Ο στρατηγός των Περσών ήταν ένας πολύ καλός και γενναίος άντρας ο οποίος ονομάζονταν Τανχοσδροης.

Ήταν καλοκαίρι Ιούλιος μήνας και έκανε πολύ ζέστη. Το Ρωμαϊκό στρατόπεδο ήταν σε μεγάλο αναβρασμό αφού την επόμενη μέρα οι δύο στρατοί θα συγκρούονταν . Η μάχη θα ήταν αμφίρροπη αφού και τα δυο στρατεύματα ήταν ίσης ποιότητας. Η λεπτομέρεια θα έκρινε την μάχη. Αυτά σκέφτονταν ένας χαμηλοβαθμος αξιωματικός των καταφρακτων μπροστά από τη φωτιά το βράδυ της παραμονής της μάχης. Και τότε μετά από πολύ προσευχή πήρε την απόφαση. Ήξερε ένα Περσικής καταγωγής παιχνίδι στρατηγικής όπου ο νικητής βγαίνει αυτός που θα εξουδετέρωνε τον βασιλιά του άλλου. Αυτό λοιπον θα έκανε.

Το επόμενο πρωί οι στρατιώτες των δύο στρατευμάτων άρχισαν να παρατάσσονται. Ο Κωνσταντίνος δεν πήγε όμως ποτέ στην ύλη του. Ο Κωνσταντίνος άρχισε να παρατηρεί τις σημαίες του αντιπάλου και κάποια στιγμή είδε την σημαία που υποδήλωνε ότι ο στρατηγός Τανχοσδροης βρίσκονταν εκεί. Ο Πέρσης στρατηγός βρίσκονταν στη πρώτη γραμμή, ίσος για να δώσει τις τελευταίες συμβουλές στους αξιωματικούς του ή να εμψυχώνει τους άνδρες του. Ο Κωνσταντίνος τότε σπυρουνισε το πολεμικό άλογο του, καταφρακτο και αυτό όπως εκείνος και άρχισε να καλπάζει μόνος του εναντίον των χιλιάδων Περσών. Οι Ρωμαίοι συνάδελφοι του τον κοιτούσαν έκπληκτοι. Οι Πέρσες το ίδιο και συντομα άρχισαν να γελούν. Πίσω του ένας Ρωμαίος αξιωματικός τον διέταξε να έρθει πίσω. Ο Κωνσταντίνος δεν έδωσε σημασία και συντομα είχε πλησιάσει στην απόσταση βολής τόξου. Μερικοί Πέρσες προσπάθησαν να τον σκοτώσουν με τα τόξα τους όμως τα βέλη τους δεν του έκαναν τίποτα. Τώρα οι Πέρσες δεν γελούσαν πια, ενώ οι Ρωμαίοι φώναζαν ‘ Νίκα ‘. Ο Κωνσταντίνος έβλεπε πια τα πρόσωπα των σαστισμενων Περσών. Δεν είχαν καταλάβει τι πάει να κάνει και ποιος ήταν ο στόχος του. Ο Κωνσταντίνος είδε τον Τανχοσδροη και σπιρουνισε το άλογο του για να αναπτύξει ταχύτητα. Δύο σωματοφύλακες του στρατηγού άρχισαν να καλπάζουν προς τον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος απέφυγε τις επιθέσεις τους και συνέχισε αφήνοντας τους πίσω. Άλλοι δύο ήρθαν προς το μέρος του αλλά τον έναν τον κατέβασε με την μασια ( κεφαλοθραυστης ) του ενώ απεκρουσε το χτύπημα του άλλου με την ασπίδα του. Σπυρουνισε τότε το άλογο του για να αναπτύξει ταχύτητα και έφτασε πια στον τρομαγμένο στρατηγό Τανχοσδροη. Του έδωσε ένα ισχυρό χτύπημα με την μασια στο κεφάλι και ο στρατηγός έπεσε από το άλογο ζαλισμσενος τότε ο Κωνσταντίνος αμέσως μετά άλλαξε γρήγορα όπλο του όπως εκπαιδεύονταν για χρόνια, πήρε το δόρυ του και το κάρφωσε στα πλευρά του Πέρση στρατηγού ο οποίος πέθανε ακαριαία. Στιγμές αργότερα δεκάδες κοντάρια των Περσών διαπέρασαν το κλιβανιο του Κωνσταντίνου. Καθώς έσβηνε έβλεπε όλο τον Ρωμαϊκό στράτευμα να μπαίνει στην μάχη ενώ από χιλιάδες στόματα ακούγονταν η πολεμική κραυγή τους, ενώ οι Πέρσες να τα χάνουν αφού ο διοικητής τους είχε χαθεί.
Ο Μάγιστρος του Στρατού Μαυρίκιος κέρδισε μια απρόσμενη νίκη επί του Περσικού στρατού όπου τον συνέτριψε χάρη στο ανδραγανθημα ενός χαμηλοβαθμου αξιωματικού των καταφρακτων.

Όταν ο στρατός γύρισε πίσω στην Κωνσταντινούπολη ο Αυτοκράτορας Τιβέριος Β – Κωνσταντίνος γιόρτασε την νίκη του γαμπρού του με μεγάλο θρίαμβο και τέλεσε αγώνες αρματοδρομιων για να τιμήσει τον καταφρακτο ο οποίος μπήκε στο πάνθεον των αγνώστων ηρώων του μεσαιωνικού Ελληνισμού.

Πηγές:
– Σημειώσεις του Υπερασπιστή Μενάνδρου
– Ιωάννης της Εφέσου

Περί γενναιότητας των Εξκουβιτορων

Περί γενναιότητας των Εξκουβιτορων

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά, προπονητή ξιφασκίας εκπαιδευτή ενόπλου Παμμαχου και Οπλομαχίας

Κωνσταντινούπολη, Ιούνιος 922 μΧ.

Ο αυτοκράτορας Ρωμανός έδινε επίσημο δείπνο στους αξιωματικούς του όταν ένας μανδατορας έφερε τα νέα ότι οι Βούλγαροι είχαν εισβάλει και είχαν κάνει λειλασιες. Ο Ρωμανός τότε ανακοίνωσε τα νέα της εισβολής των Βουλγάρων στην Οικουμένη και έβγαλε ένα πύρινο λόγο κατά των Βουλγάρων. Ένας από τους αξιωματικούς που ήταν στο τραπέζι του αυτοκράτορα, ήταν ένας Σχολάριος ο οποίος υπηρετούσε στην Παλατινή Σχολή των Εξκουβιτορων ο οποίος λέγονταν Σακτικιος.
Το επόμενο πρωί ο Σχολάριος Σακτικιος πήρε τους άντρες του και βγήκε έξω από τα τείχη. Ο Σακτικιος ήθελε να χτυπήσει εκ παραδρομής το στρατό των Βουλγάρων που είχαν στρατοπεδεύσει κοντά στην Βασιλεύουσα. Ο Σακτικιος δεν είχε στο μυαλό ότι θα κατατροπωνε και θα έδιωχνε τον εχθρό. Ήθελε όμως να κάνει ένα γερό πλήγμα που θα τους έριχνε το ηθικό. Πραγματικά έφτασε απαρατήρητος στο στρατόπεδο του εχθρού , γιατί οι Βούλγαροι είχαν στείλει πολλές ομάδες να λεηλατήσουν τις γύρω περιοχές για προμήθειες και σκλάβους.
Έτσι ο Σακτικιος έπιασε στον ύπνο τους Βούλγαρους και αφού τους σκότωσε έκαψε το στρατόπεδο. Οι ελάχιστοι που γλύτωσαν έφτασαν στο κυρίως Βουλγαρικό στρατό και μήνυσαν τι είχε συμβεί. Τότε ο Βούλγαρος διοικητής διέταξε την εμπροσθοφυλακή να κυνηγήσει τους Ρωμαίους ( Βυζαντινούς ).
Ο Σακτικιος και οι άνδρες του δεν είχαν φύγει όταν έφτασε η εμπροσθοφυλακή των Βουλγάρων. Είχαν μείνει και συγκέντρωναν προμήθειες. Έτσι ξεκίνησε νέα μάχη ανάμεσα στους Εξκουβιτορες και τους Βούλγαρους. Αρχικά απώθησαν τους Βούλγαρους όμως συνεχώς έρχονταν νέοι πολεμιστές. Έτσι ο Σακτικιος διέταξε απεμπλοκή όπου και την εκτέλεσαν ορθά. Οι Εξκουβιτορες έκαναν τακτική υποχώρηση και καλπασαν με τα άλογα τους προς την Κωνσταντινούπολη. Όμως στο κατόπι τους έρχονταν όλος ο Βουλγαρικός στρατός.
Ενώ υποχωρούσαν οι Εξκουβιτορες πέρασαν πάνω από ένα ρηχό ποτάμι. Ο Σακτικιος διέταξε πρώτα τους άντρες του να περάσουν και μετά θα περνούσε αυτός αργότερα γιατί ήθελε να δει αν οι Βούλγαροι είχαν χάσει τα ίχνη τους. Όμως ενώ περνούσε κόλλησε το άλογο του στις λάσπες λόγο της ισχυρής θωράκισης που είχε.
Οι άντρες του είχαν φύγει, όταν οι πρώτοι Βούλγαροι φάνηκαν. Τότε ο Σακτικιος τράβηξε το σπαθίον ζωστικον έφτιαξε το κράνος του και περίμενε τον εχθρό. Τότε ξεκίνησε μια άνιση μάχη. Οι δέκα πρώτοι Βούλγαροι στρατιώτες επιτέθηκαν όμως γρήγορα έπεσαν όλοι νεκροί από την πολεμική τέχνη του Σχολαρίου Σακτικιου. Είχε αποφασίσει ότι θα έμενε εδώ και πολεμούσε όσο μπορούσε να αντέξει μέσα στο κλιβανιο του έως ότου οι άντρες να είναι μακριά και να έχουν σωθεί. Η μάχη συνεχίζονταν ενώ στα πόδια του ήταν ένα βουνό από νεκρούς στρατιώτες του εχθρού.
Ενώ ο Σχολάριος πολεμούσε μόνος του μια ορδή από Βούλγαρους , οι άλλοι Εξκουβιτορες είχαν προχωρήσει αρκετά όταν αντιλήφθηκαν ότι ο αρχηγός τους δεν ήταν μαζί τους. Φοβήθηκαν για το χειρότερο και τότε αναδιπλωθηκαν και καλπασαν πισω. Όταν έφτασαν, βρήκαν τον Σακτικιο να πολεμά μόνος του και βαριά τραυματισμένος μέσα στις λάσπες με δεκάδες νεκρούς γύρω του, ενώ άλλοι Βούλγαροι τον είχαν περικυκλώσει σαν αγέλη λύκων.
Συγκινημένοι από το θάρρος και την αυτοθυσία του αξιωματικού τους ξιφουλκησαν τα σπαθιά τους και όρμησαν αιφνιδιαστικά φωνάζοντας
” Βοήθει ο Θεός, Νικά ο Σταύρος ” ενάντια στους Βούλγαρους.
Η επίθεση των καταφρακτων Εξκουβιτορων ήταν τόσο σφοδρή που οι Βούλγαροι υποχώρησαν, όμως γρήγορα έκαναν τοίχο ασπίδων και όρμησαν πάλι εναντίον των Ρωμαίων. Τότε έγινε η πιο επική μάχη όλων των εποχών, αφού ξεκίνησε μια μάχη γύρω από τον τραυματισμένο Σακτικιο ανάμεσα στους Εξκουβιτορες και στους Βούλγαρους, ενώ άλλοι Εξκουβιτορες προσπαθούσαν να ξεκολλήσουν το άλογο του Σακτικιου που είχε χωθεί πολύ βαθιά μέσα στις λάσπες.
Οι Βούλγαροι είχαν υποστεί βαριές απώλειες όμως συνέχεια έρχονταν άλλοι και αναπλήρωναν τους νεκρούς.
Τελικά το άλογο ξεκόλλησε, οι Εξκουβιτορες έκαναν τακτική απεμπλοκή μάχης και καλπασαν γοργά προς την Κωνσταντινούπολη, όμως πίσω τους τους ακολουθούσαν οι Βούλγαροι. Πολλές φορές τους έφταναν με τα πιο ελαφριά άλογα τους τότε η οπισθοφυλακή των Εξκουβιτορων γυρνούσε τους αντιμετώπιζε και μετά πάλι ακολουθούσαν την μονάδα τους.

Με αυτό τον τρόπο έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη. Η εμπροσθοφυλακή έκανε σήματα στους βιγλατορες να ανοίξουν τις πύλες όπως και έκαναν. Έτσι οι Εξκουβιτορες πέρασαν την πύλη, όταν οι βιγλατορες είδαν μια ορδή από Βούλγαρους να ορμούν προς τα τείχη. Τότε μετά από συναγερμό τοξότες πήγαν στις επάλξεις και μετά από μια ομοβροντία πολλοί Βούλγαροι έπεσαν νεκροί και αφού είδαν ότι οι Εξκουβιτορες είχαν μπει στην Κωνσταντινούπολη, έκαναν μεταβολή και έφυγαν.
Η ζημιά που έκαναν οι Εξκουβιτορες στον εχθρό δεν ήταν μεγάλη, όμως τους είχε κάμψη τι ηθικό, αφού μια χούφτα στρατιώτες κατάστρεψαν ένα στρατόπεδο.
Πίσω στην Κωνσταντινούπολη στο Παλάτι και ο αυτοκράτορας διέταξε τους προσωπικούς του γιατρούς να τον περιθάλψουν, ενώ στην Πόλη όλοι έμαθαν για τα ανδραγαθήματα του. Οι γιατροί έκαναν ότι μπορούσαν όμως ο Σακτικιος ήταν θανάσιμα τραυματισμένος. Μια λόγχη είχε περάσει το κλιβανιο και του είχε τρυπήσει το στήθος, και στο μηρό του είχε μια φρικτή σπαθιά. Τελικά ο Σακτικιος κοιμήθηκε 3 μέρες μετά και πέρασε στο Πάνθεον των ηρώων του μεσαιωνικού Ελληνισμού και της Ρώμης. Κηδεύτηκε με τιμές ήρωα και ο αυτοκράτορας Ρωμανός παρίστατο στην κηδεία του.

Από την Σύνοψη Ιστορικών του Ιωάννη Σκυλίτζη

Στη Φωτογραφία: Καταφρακτος, αναβιωτης και ξιφομάχος της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών ‘Λέοντες’.

Περί γενναιότητας των Βυζαντινών

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά, προπονητή ξιφασκίας εκπαιδευτή ενόπλου Παμμαχου και ιστορικής ξιφασκίας

Βρισκόμαστε το 586μΧ στους Ρωμαιο Περσικους πολέμους 572-591 μΧ. Οι Ρωμαίοι ( Βυζαντινοί ) είχαν καταφέρει μια μεγάλη νίκη στο Σολαχων της Μεσοποταμίας. Μετά την μάχη μια ομάδα από υψηλά ιστάμενους αξιωματικούς του Ρωμαϊκού στρατού ( όπου σε αυτούς ήταν και ο Ηράκλειος, ο πατέρας του μετέπειτα αυτοκράτορα Ηράκλειου) περιπολούσαν στο πεδίο της μάχης. Τότε βρήκαν έναν σοβαρά τραυματισμένο λεγεωνάριο της 4ης Παρθικης Λεγεώνας ( Legio IV Parthica ) όπου γύρω του υπήρχαν ένα βουνό πτώματα Περσών όπου τους είχε σκοτώσει όλους μόνος του. Ο τραυματίας είχε ένα Περσικό βέλος που του είχε διατηρήσει το κράνος και τον είχε πληγώσει στο πάνω χείλος του στόματος του, ένα δεύτερο βέλος είχε τρυπήσει το κάτω χείλος του στόματος του, ένα δόρυ του είχε τρυπήσει το αριστερό του χέρι και τέλος ένα ακόντιο του τρύπησε την πανοπλία και του είχε διαπεράσει τα πλευρά. Οι αξιωματικοί αμέσως τον μετέφεραν πάνω στο άλογο τους και πήγαν αμέσως στο Ρωμαϊκό στρατόπεδο για να τον σώσουν οι γιατροί.
Την επόμενη μέρα οι αξιωματικοί πήγαν να τον δουν . Οι γιατροί του είχαν βγάλει τα δύο βέλη και το δόρυ και του είχαν ράψει τις πληγές και τις είχαν καυτηριάσει. Το ακόντιο όμως ήταν ακόμα στα πλευρά του. Οι γιατροί είπαν πως αν έβγαζαν το ακόντιο, τοτε θα πέθαινε.
Τότε ο λεγεωνάριος ρώτησε τους αξιωματικούς αν οι Ρωμαίοι ( Βυζαντινοί ) είχαν νικήσει. Τότε ένας από τους αξιωματικούς του απάντησε ότι οι Λατίνοι είχαν υψώσει το τρόπαιο. Τότε ο λεγεωνάριος γύρισε στους γιατρούς και είπε αφού νικήσαμε τότε μπορώ να φύγω ήσυχος από αυτό τον κόσμο και τους είπε να βγάλουν το ακόντιο. Τότε οι γιατροί το έκαναν αυτό και ο λεγεωνάριος κοιμήθηκε ήσυχα και πέρασε στο Πάνθεον των ηρώων της Ρωμαϊκής ( Βυζαντινής ) Αυτοκρατορίας.

Ελεύθερη απόδοση από τον ιστορικό του 6ου αιώνα Θεοφιλακτου Σιμοκρατη

Hashashin : Το δολοφονικό τάγμα του μεσαίωνα

 

Οι Assassins περιγράφονται ως σκοτεινές φιγούρες του μεσαίωνα που έσπερναν τον τρόμο. Οι δολοφονίες τους ήταν κυρίως για πολιτικούς λόγους. Στις μέρες μας οι Assassins είναι οι Δολοφόνοι μια έννοια που αποδίδεται στην αγγλική γλώσσα. Οι σταυροφόροι όμως είχαν ξεκινήσει αυτή την παραφθορά της ονομασίας τους που ήταν κανονικά Χασασίν/Χασισίν (αραβικά) ή Χασιγιούν (περσικά) και την απέδιδαν υποτιμικά με την έννοια του χασίς, διότι οι Δολοφόνοι ήταν υπό την επήρρεια του χασίς όταν εκτελούσαν τις διαταγές τους έχοντας στο μυαλό τους τις μετέπειτα απολαύσεις που τους είχε τάξει ο αρχηγός τους.

Υπήρξαν όμως διάφορες ερμηνείες και έννοιες μέσα στα χρόνια που τους δόθηκαν για την ονομασία τους. Ο ιστορικός Μπερνάρντ Λιούις αναφέρει τον γερμανό ιερέα Μπρόκαρδο το έτος 1332 που τον είχε καλέσει ο βασιλίας της Γαλλίας Φίλιππος VI για τον συμβουλευτεί επειδή επιθυμούσε να ανακτήσει τα ιερά μέρη του χριστιανισμού με μια νέα σταυροφορία. Ο Μπρόκαρδος θεωρούσε τους Ασσασίνους πληρωμένους μυστικούς δολοφόνους που έμοιαζαν να έχουν το ένδυμα των αμνών αλλά τα χέρια τους βάφονταν με αίμα δίχως να αναζητούν κάποια λύτρωση. Μια άλλη αναφορά είναι του χρονικογράφου της Φλωρεντίας Giovanni Villani τονίζοντας για τον λόρδο Λούκας ότι είχε στείλει τους δικούς του Assassins στην Πίζα για να έναν ενοχλητικό εχθρό. Ακόμα και στην 19η ωδή στην Κόλαση του Δάντη, o Δάντης Αλιγκέρι επισκιάζει τους δόλιους Ασσασίνους και ένας σχολιαστής του βιβλίου του ο Francesco da Buti αποδίδει την σημασία τους σε εκείνους που σκοτώνουν για τα χρήματα. Ο σημαντικότερος όλων όμως ήταν ο Βρετανός έμπορος και εξερευνητής Μάρκο Πόλο. Το 1273 περνώντας από την Περσία δεν μπορούσε να παραβλέψει το περιβόητο κάστρο Αλαμούτ που ήταν το φρούριο της δολοφονικής σέκτας που είχε δημιουργηθεί εκεί από τον Γέροντα του Βουνού. Όλοι όσοι όμως πέρασαν μετά από αυτόν ένιωσαν τον τρόμο των μεταμφιεσμένων δολοφόνων που διέμεναν σε εκείνο το κάστρο. Ο ίδιος ο Λιούις για να διαλύσει τις παρεξηγήσεις των Δυτικών καταλήγει στο πρώτο του κεφάλαιο του βιβλίου του Η Ανακάλυψη των Ασσασίνων(The Discovery of Assassins) με την πρόταση ότι : «Οι Ασσάσινς πλέον δεν εμφανίζονται ως μια συμμορία ναρκωμένων κορόιδων που καθοδηγούνται από μηχανορραφίες απατεώνων αλλά ως μια συνωμοσία μηδενιστών τρομοκρατών ή ένα συνδικάτο επαγγελματιών δολοφόνων». Ποιό ομως ήταν το πραγματικό πρόσωπο εκείνων των σκοτεινών μορφών που προκάλεσαν τόσο μεγάλο τρόμο στον μεσαίωνα;

Ιδρυτής αυτού του τάγματος των Ασσασίνων ήταν ο Χασαν-ι- Σαμπάχ. Την περίοδο που η Φατιμίδικη αυτοκρατορία βρισκόταν στην πτώση της αποφάσισε να αναλάβει δράση δίντοντας μια νέα πνοή, ένα νέο κήρυγμα για την αγάπη και το πάθος του προς τον Ισμαηλισμό. Η ημερομηνία γέννησης του είναι άγνωστη μα πιστεύεται ότι ήταν τον 11ο αιώνα, το 1040. Έζησε στην πολη Κουμ στα πρώτα κέντρα του αραβικού οικισμού στην Περσία και είχε έντονες θρησκευτικές αντιλήψεις και επιρροές προς τον Ισμαηλισμό από νεαρή ηλικία, κυρίως από τον πατέρα του. Επιθυμούσε έντονα να γίνει ένας θρησκευτικός μελετητής. Πιστεύεται ότι κατά την διάρκεια των σπουδών του στο Κάιρο είχε συμμαθητές τον φημισμένο πέρση ποιητή των τετράστιχων ρουμπαγιάτ Ομάρ Καγιάμ (που την αγγλική του μετάφραση την επιμελήθηκε ο άγγλος ποιητής και συγγραφέας Edward FitzGerald) και τον πέρση βεζίρη που τον αποκαλούσαν πάνσοφο τον Νιζάμ αλ-Μουλκ. Οι δυο τους θέλησαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον Σουλτάνο της Αιγύπτου, το οποίο έφερνε σε αντίθεση τα σχέδια του Χασαν. Αναγκάστηκε να αφήσει τις σπουδές του στο Κάιρο και να επιστρέψει στην πατρίδα του μετά από μια πράξη εξευτελισμού που έγινε μπροστά στον Σουλτάνο εξαιτίας του συμμαθητή του Νιζάμ που είχε συνωμοτήσει εναντίον του.

Αποφασισμένος και φανατισμένος με τα θρησκευτικά του δόγματα περί του σιιτισμού γίνεται δολοφόνος των δυο υιών του έχοντας βλέψεις στη δημιουργία μιας μικρής νιζαρίδικης ασσασίνικης δυναστείας σκορπώντας τον όλεθρο. Οι Ασσασίνοι του Χασαν ήταν Νιζαρίτες μια σέκτα του σιιτικού Ισλάμ. Η κατάκτητη του κάστρου Αλαμούτ που βρισκόταν στα όρη Ελμπρούς ήταν ο βασικός στόχος ώστε να γίνει το κύριο ορμητήριο εκείνου και των πιστών οπαδών του. Μέσω των κατασκόπων του (dai) κατάφερε να εισχωρήσει στο κάστρο το 1090 προκαλώντας μεγάλη σφαγή και στο τέλος εκδιώχνοντας τον βασιλέα Νταϊλάμ. Ο Χασαν έχοντας επιδεξιότητα στη διαχείριση του λόγου εξαιτίας των σπουδών του κατόρθωσε να φέρει σε εφαρμογή τα σατανικά του σχέδια μαζί με τον μικρό στρατό του δημιουργώντας ένα δίκτυο οχυρών με βάση το αρχικό φρούριο. Μέσω της επιμορφωτικής του καλλιέργειας του δόθηκε το προσωνύμιο ο Γέροντας του Βουνού. Σημαντικό του μέλημα ήταν η εξολόθρευση των Σουνιτών Σελτζούκων (Φατίμιδες Χαλίφηδες της Αιγύπτου), διότι τους θεωρούσε πολύ πιο επικίνδυνους εχθρούς από τους σταυροφόρους.

Πήρε τελικά την εκδίκισή του από τον συμμαθητή του Νιζάμ δυο χρόνια μετά την κατάκτηση του Αλαμούτ. Οι δολοφόνοι του Χασαν με τον καιρό είχαν προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στην Ευρώπη. Αλλά πως όλα ξεκίνησαν και τι θα μπορούσε να τους ωθήσει να θυσιάσουν την ίδια τους τη ζωή με χαρά για τον αφέντη τους και για την πίστη τους δίχως κανέναν διασταγμό; Σύμφωνα με την αφήγηση του Μάρκο Πόλο που παραθέτει ο Λιούις στο βιβλίο του οι πιστοί του τον αποκαλούσαν ALoADIN. Στη συγκεκριμένη κοιλάδα είχε μετατρέψει τα δυο βουνά σε ένα πανέμορφο κήπο περιστοιχισμένο με επίχρυσα ψηλά παλάτια που στα μάτια των οπαδών του έμοιαζε με παράδεισο. Το μέρος ήταν στρωμένο με φαγητά και φρούτα και έτρεχαν από τα αυλάκια γάλα, μέλι, κρασί και νερό ενώ πανέμορφες ημίγυμνες κοπέλες χόρευαν με το άκουσμα διαφόρων μουσικών οργάνων και τραγουδιών. Για να τους γαλουχήσει τους υπνώτιζε και τους έφερνε μπροστά στην ουτοπία που είχε δημιουργήσει δίνοντας τους την αίσθηση του παραδείσου. Οι κοπέλες ερωτοτροπούσαν ελεύθερα μαζί τους και ήταν δύσκολο μετά για εκείνους να εγκαταλείψουν εκείνο το μέρος. Για να μπορέσουν να βρουν πάλι τον δρόμο της επιστροφής στη πηγή ευτυχίας τους έπρεπε να φέρουν εις πέρας οποιαδήποτε αποστολή τους διέταζε ο αφέντης τους. Πολλοί χρονικογράφοι όμως είχαν τονίσει την επήρρεια ναρκωτικών ουσίων τη στιγμή που οι μυστικές ομάδες του Χασαν διέπρατταν πολιτικές δολοφονίες. Ο ίδιος ερμηνεύοντας το Κοράνιο είχε απαγορεύσει την χρήση τοξικών ουσιών, αλλά οι χρονικογράφοι είχαν άλλη άποψη. Επίσης, Hashaseen στα αιγυπτικά/αραβικά, σήμαινε ταραχοποιός ως μια διαφορετική προέλευση του ονόματος τους.

 

Το κύριο όπλο τους ήταν το μαχαίρι αλλά ήταν ικανοί μαχητές και σε άλλα όπλα . Ήταν ευφυείς, πολύγλωσσοι και ήταν ικανοί στην παρασκευή νακρωτικών ουσιών και δηλητηρίων. Στόχευαν κυρίως Ισμαηλίτες που ήταν η στοιχειώδης απειλή για την κοινότητα. Βέβαια οι στρατιωτικές τακτικές τους ήταν διαφορετικές σε σχέση με ένα πεδίο μάχης. Με την αμφίεση των συμβούλων, αυλικών ή κληρικών μπορούσαν να πετύχουν πολύ περισσότερα παρέχοντας τις υπηρεσίες τους μέχρι την δολοφονία του συγκεκριμένου προσώπου που είχαν ως αποστολή. Πέρα της καταγραφής της δολοφονίας του βεζίρη Νιζάμ αλ-Μούλκ που συνέβη τον Οκτώβριο του 1092 από έναν Ασσασίνο μεταμφιεσμένο σε Ισλαμιστή ασκητή (Σουφί) του συμμαθητή του Χασαν, υπήρξαν και άλλα σημαντικά θύματα που γεύτηκαν τη λεπίδα των οπαδών του. Μέσα σε αυτά ήταν ο Ιμπιν αλ-Χασάμπ το 1123, οποίος ήταν καδής του Χαλεπιού, ο Αμπού Σαάντ αλ-Χαραουί (καδής) το 1124 και ο Εμίρης του Χαλεπιού και της Μασούλης Πορσουκί το 1126. Σημαντικά πρόσωπα ήταν επίσης ο σουνίτης χαλίφης Μουσταρσίντ που δολοφονήθηκε το 1311 και ο Σαρίφ (είναι σουνίτικος τίτλος ευγενείας) στην ιερή πολη της Μέκκας έχασε τον ξαδελφό του από έναν ασσασίνο λόγω ομοιότητας.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα το τάγμα των Hashashins είχε μαθευτεί στον κόσμο. Ακόμη και ο βασιλιάς Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος είχε φημολογηθεί ότι είχε συνεργαστεί μαζί τους. Εκτός από το εντυπωσιακό θάρρος τους αυτό που τους χαρακτήριζε ήταν η αποτελεσματική χρήση του ψυχολογικού πολέμου. Επιχείρησαν να δολοφονήσουν δυο φορές τον Σάλαντιν με αποτυχία, ο οποίος ήταν σουλτάνος της Αιγύπτου και της Συρίας. Η πρώτη απόπειρα ήταν στην πολιορκία του Χαλεπιού που οι Ασσασίνοι είχαν εισχωρήσει στον στρατό μα πριν τον προλάβουν συννελήφθησαν. Την δεύτερη φορά συνέβη κατά τη διάρκεια μιας εκστρατείας στη Συρία που μεταμφιεσμένοι σε στρατιώτες του Σάλαντιν του επιτέθηκαν με μαχαίρια αλλά δεν κατάφεραν να περάσουν την πανοπλία του. Του ίδιου του είχε γίνει τόσο εμμονή ότι θα δολοφονηθεί ανά πάσα στιγμή και ένα βράδυ που ξύπνησε μέσα από τους εφιάλτες του είδε στο προσκέφαλο του ένα δηλητηριασμένο στιλέτο που το θεώρησε ως προειδοποίηση για τον επικείμενο θανατό του. Αυτό του προκάλεσε παράνοια και φοβόταν ότι θα είχε περισσότερες απόπειρες δολοφονίας εναντίον του. Πήρε την απόφαση να διευθετήσει το θέμα μαζί τους μέσω υπογραφής μυστικής συμφωνίας ώστε να διαφυλάξει την ζωή του.

Ένα όμως από τα διάσημα θύματά τους που έχει καταγραφεί ιστορικά ήταν ο Κορράδος του Μομφερράτου, βασιλιά της Ιερουσαλήμ. Ήταν μια σημαντική παρουσία κατά την Τρίτη Σταυροφορία. Το 1179 είχε συμμαχήσει με τον Μανουήλ Α΄ Κομνηνό του Βυζαντίου κατά των δυνάμεων του Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα προκαλώντας μεγάλη εντύπωση για την ανδρεία και το θάρρος που έδειξε. Έφυγε από την ζωή την νύχτα στις 28 Απριλίου το 1192. Η συζυγός του Ισαβέλλα επέστρεφε από το χαμάμ έγκυος τότε και του ζήτησε να δειπνήσουν μαζί, αλλά εκείνος ήθελε να δεισπνήσει στο σπίτι του συγγενή και φίλου του, Φίλιππο του Ντρε. Ο ίδιος όμως είχε φάει και αποφάσισε ο Κόρραδος να επιστρέψει σπίτι του. Στον δρόμο για την επιστροφή του επιτέθηκαν δυο Ασσασίνοι και τον μαχαίρωσαν δυο φορές στην πλάτη και στα πλάγια. Οι φρουροί του σκότωσαν τον έναν από τους δυο και συνέλαβαν τον άλλον. Μερικές πηγές ισχυρίζονται ότι πέθανε εκεί επι τόπου ή ότι πέθανε κοντά σε μια εκκλησία. Στα χρονικά του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου αναφέρεται ότι ο Κόρραδος μεταφέρθηκε στο σπίτι του για να τιμηθεί με όλες τις τελετές με αντάλλαγμα η Ισαβέλλα να του δώσει την πόλη. Θάφτηκε στην εκκλησία της Τύρου με την δολοφονία του να παραμένει ακόμα άλυτη. Ο επιζών Ασσάσιν κατηγόρησε τον Ριχάρδο ότι εκείνος βρισκόταν πίσω από το σχέδιο της δολοφονίας αλλά δεν μπορούσε αυτό ποτέ να αποδειχτεί.

Οι Ασσασίνοι μέσω του συστήματος των οχυρών πραγματοποιούσαν τον αρχικό σκοπό τους που ήταν η εξολόθρευση των Σελτζούκων Τούρκων (Σουνίτες). Η δύναμη των χαλιφών εξασθένησε στα τέλη του 11ου αιώνα έρχοντας στο προσκήνιο οι σταυροφόροι. Το 1099 στέφτηκε η Α΄Σταυροφορία με επιτυχία καταλαμβάνοντας την Ιερουσαλήμ. Αυτό συγκλόνισε με χαρά την Δύση που είχε πεισθεί ότι η πόλη θα απαλλαγεί από τους μουσουλμάνους τύρρανους. Οι σταυροφόροι όμως δεν μπορούσαν να διαφυλάξουν την Παλαιστίνη και την Συρία. Για να παραμείνουν στους Αγίους Τόπους επέκτειναν την κυριαρχία τους και σε άλλα τμήματα της πόλης. Εκεί ίδρυσαν το σπουδαίοτερο σταυροφορικό κράτος το βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Πιο βόρεια όμως στη Κομητεία της Τρίπολης δίπλα από το οχυρό των Ασσασίνων υπήρχε το Πριγκιπάτο της Αντιόχειας που επίσης καταλήφθηκε κατά την Α΄ Σταυροφορία από τον Νορμανδό Βοημούνδο και θεωρείται εξίσου ισχυρό με της Ιερουσαλήμ. Αυτό όμως έφερε σε αντιπαράθεση τους Βυζαντινούς ισχυριζόμενοι ότι τους ανήκε δικαιωματικά η Αντιόχεια και θεωρούσαν μεγάλη απειλή τους Νορμανδούς σφετεριστές της αυτοκρατορικής Συρίας. Οι διαμάχες δεν ήταν μόνο θρησκευτικού χαρακτήρα αλλά και οικονομικού γιατί τα Χριστιανικά κράτη της ακτής είχαν τον έλεγχο του εμπορίου της Ασίας που μέσω των δρόμων από τα καραβάνια κατέληγαν στην Αίγυπτο, τη Συρία και την Παλαιστίνη. Παρά τον πλούτο και το ανθρώπινο δυναμικό η χώρα παρήκμαζε και προσπαθούσε να διατηρήσει ακέραιο το βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Σε εκείνη την περίοδο κάθε χρόνο οι χριστιανοί αντιμετώπιζαν πολλές εισβολές και επιθέσεις μέσω των οχυρών από τους μουσουλμάνους.

Πάνω στην καμπή της Α΄ Σταυροφορίας δημιουργήθηκε το Τάγμα των Ιπποτών του Ναού ή Ναΐτες το 1118. Σκοπός της ίδρυσης του τάγματος αυτού ήταν η διαφύλαξη της νέας δημιουργίας του χριστιανικού βασιλείου της Ιερουσαλήμ ώστε να μπορούν να εισέρχονται ελεύθερα προσκυνητές στους Αγίους Τόπους δίχως τον κίνδυνο των μουσουλμάνων. Με τους συνεχείς πολέμους παρά τις απώλειες καινούργια μέλη στρατολογούνταν στην Δύση και έρχονταν στην Ιερουσαλήμ δίχως να υπολογίζουν τις ενέργειες των Ασσασίνων, αλλά δεν υπήρχε ο φόβος αφανισμού με την αιτία μιας πολιτικής δολοφονίας. Την ίδια περίοδο σε άλλες πόλεις της Ιερουσαλήμ και της Παλαιστίνης το Τάγμα των Ιωαννιτών παρείχε περίθαλψη και βοήθεια σε άρρωστους προσκυνητές που έφταναν από τη μακρινή Δύση. Οι αιφνιδιαστικές επιθέσεις των Ασσασίνων όμως είχε προκαλέσει μεγάλο τρόμο στους αξιωματούχους στη Μέση Ανατολή που αναγκάστηκαν να φορούν μεταλλικές φολιδωτές ενδυμασίες για να προφυλαχτούν. Χριστιανοί ηγεμόνες πλήρωναν ετήσιο φόρο σε εκείνους φοβούμενοι από επεκείμενες επιθέσεις τους. Τα δυο τάγματα αρνήθηκαν αυτό τον όρο αλλά επειδή είχαν αποκτήσει μεγάλες εκτάσεις γης στη νότια Συρία και συνόρευαν με το οχυρό τους αναγκάστηκαν εν τέλει να πληρώνουν φόρο υποτέλειας.

Το 1219 βρέθηκαν δολοφονημένοι Μογγόλοι έμποροι στην πόλη Κβαρέσμ (σημερινό Ουζμπεκιστάν) εξαιτίας λάθους του διοικητή. Ο Τεμουζίν (Τζένγκις Χαν) εξοργισμένος ήθελε να εκδικηθεί για αυτό το γεγονός και οδήγησε τον στρατό του στην πόλη ενώ την ίδια περίοδο ο ηγέτης των Ασσασίνων συνετά δήλωσε υποταγή σε εκείνους. Το 1237 οι Μογγόλοι είχαν κατακτήσει σχεδόν όλη την Κεντρική Ασία. Η Περσία είχε υποταχθεί πληρώς εκτός από το οχυρό των Ασσασίνων. Απολάμβαναν που μπορούσαν να κινηθούν ελεύθερα από την περίοδο του 1219 μέχρι το 1250, όπου αυτό μετά άλλαξε από τον εγγόνο του Τζένγκις Χαν τον Μόνγκε Χαν που επιθυμούσε να υποτάξει τα ισλαμικά κράτη ξεκινώντας από το χαλιφάτο της Βαγδάτης. Ο αρχηγός όμως των Ασσασίνων φοβήθηκε την επερχόμενη επίθεση και κατέστρωσε το σχέδιο δολοφονίας αλλά επι πλαγίας οδού. Η ομάδα του θα δήλωνε υποταγή στον Μόνγκε Χαν μέχρι το σημείο της πλήρους εμπιστοσύνης και εκείνοι θα τον μαχαίρωναν την κατάλληλη στιγμή. Η φρουρά του υποψιάστηκε τον δόλο αλλά είχε ήδη γίνει η ζημιά και ο Μόνγκε ήταν αποφασισμένος με κάθε τρόπο να τους εξαλείψει.

Τον Ιανουάριο του 1256 ο Χουλαγκου Χαν (αδελφός του Μόνγκε) προετοιμάζει τον στρατό του να πολιορκήσει το κάστρο του Αλαμούτ. Ήταν ο κυβερνήτης της Περσίας και ο πιο μορφωμένος πρίγκιπας της Μογγολίας έχοντας αγάπη στην Ελληνική φιλοσοφία και αλχημεία. Είχε κλίση στον βουδισμό και ήταν πιστός στον σαμανισμό λόγω των προγόνων του. Είχε συμπάθεια προς τον χριστιανισμό λόγω της πρώτης συζύγου του Ντοκούζ Χατούν που ήταν νεστοριανή χριστιανή και αντιπαθούσε τον ισλαμισμό και προσπαθούσε να βοηθήσει να διασωθεί οποιοδήποτε χριστιανικό δόγμα. Την ίδια περίοδο της αρχής της πολιορκίας ο αργηγός της σέκτας δολοφονείται και αναλαμβάνει τα ηνία ο γιος του, ο οποίος δεν ήταν τόσο ικανός στη διοίκηση. Ο πρώτος του στόχος ήταν η καταστροφή του οχυρού της Περσίας και οτιδήποτε αιρετικό την περιέλαβε. Ο Ρουκν αντ ντιν Χουρσάτ ο δάσκαλος των Ασσασίνων βλέποντας την πτώση του κάστρου στο Αλαμούτ φοβούμενος για τον ζωή του δήλωσε υποταγή στον Χουλάγκου. Εκείνος δέχτηκε να του χαρίσει τη ζωή και ο Χουρσάτ του ζήτησε να πάει μέχρι το Καρακόρουμ επειδή επιθυμούσε να συναντηθεί με τον Μεγάλο Χαν. Ο Χαν όμως δεν τον δέχτηκε και θεώρησε ανούσιο τον λόγο να ταξιδέψει όλο αυτόν τον δρόμο μέχρι εκεί. Όταν ο Χουρσάτ επέστρεψε οι Μογγόλοι σκότωσαν εκείνον και τους τους οπαδούς του και ο Χουλάγκου είχε πάρει εντολή να αφανίσει οποιαδήποτε αίρεση των Ασσασίνων. Μέχρι το 1257 υπήρχαν ελάχιστοι από αυτούς που κρύβονταν στα βουνά της Περσίας.

Στην φωτογραφία : Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών “Λέοντες” ως Ασσασινος

Η Περσία πλέον είχε απελευθερωθεί από τον τρόμο των δολοφόνων και ο Χουλάγκου στόχευε προς τη Βαγδάτη. Ο Χαλίφης Αλ Μουστασίμ επειδή είχε θορυβηθεί από τον μογγολικό στρατό προσπάθησε να προσεγγίσει την σύζυγό του Χατούν για να διαπραγματευτεί με τον Χουλάγκου χωρίς επιτυχία. Πολιορκούσαν την πόλη μια βδομάδα και αρχές Φεβρουαρίου του 1258 τα μογγολικά στρατεύματα εισχώρησαν στην Βαγδάτη με πρώτους τους συμμάχους του που ήταν οι ιππότες του Γεωγιανού βασιλείου. Ο Χαλίφης τότε παρουσίαστηκε μπροστά στον Χουλάγκου μαζί με τους αξιωματούχους του κράτους ζητώντας να παραδόσσουν ειρηνικά τα όπλα. Ο στρατός του Χουλάγκου τους εκτέλεσε χωρίς δισταγμό αφήνοντας μόνο τον Χαλίφη που όταν τους αποκάλυψε που βρίσκεται το θησαυροφυλάκιο του τον σκότωσαν. Το γεγονός της πτώσης της Βαγδάτης εντυπωσίασε τους Ασιάτες χριστιανούς. Εξύμνησαν τον Χουλάγκου Χαν και την Ντοκούζ Χατούν ως οι νέοι Κωνσταντίνος και Ελένη που έφεραν την πτώση της δεύτερης Βαβυλώνας με προσονύμια σε εκείνον ως Πολέμαρχος του Θεού και τη σύζυγο ως όργανο του Θεού. Η πτώση της Βαγδάτης προκλήθηκε μισό αιώνα μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204. Αυτό όμως έθεσε ένα τέλος στη δυαρχία μεταξύ Χαλιφάτου και Βυζαντίου.

Εφόσον η Περσία είχε απελευθερωθεί από τον εφιάλτη των σκοτεινών μορφών του θανάτου ο Χουλάγκου είχε στόχο να αφανίσει κάθε μορφή τους και στη Συρία μέσω εκστρατειών. Στις αρχές του 1260 στο πλευρό του βρίσκονταν Αρμένιοι στρατιώτες και Γεωργιανοί ιππότες. Δεν έδειξαν έλεος σε κανέναν μουσουλμάνο και χάρισαν την ζωή στους χριστιανούς. Παρότι ο Χουλάγκου είχε ως μοναδική βλέψη να διαλύσει το Ισλάμ, οι Φράγκοι από την άλλη δεν το έβλεπαν αυτό με καλό μάτι. Η Ισλαμική κυριαρχία μετά από έξι αιώνες βρήκε την πτώση με τρεις χριστιανούς άρχοντες να καλπάζουν στην Αίγυπτο προκαλώντας σε φύγη τον Σουλτάνο. Την άνοιξη του 1260 οι Μογγόλοι είχαν καταλάβει την Γαζά και τη Ναμπλού και τους έλειπε η Ιερουσαλήμ. Είχαν περικυκλώσει τους Φράγκους οι οποίοι δεν ήθελαν να πολεμήσουν και ο στρατός των Μογγόλων δεν επιθυμούσε να βλάψει οποιονδήποτε χριστιανό. Οι Αρμένιοι σύμμαχοι συνέτριψαν τους Ναΐτες ιππότες καθώς είχαν καταβάλει τη Σιδώνα και είχαν κάνει εισβολή και στην Γαλιλαία. Οι Φράγκοι όμως ποτέ δεν δέχτηκαν αυτή την νέα τάξη πραγμάτων και θα έφταναν στο σημείο να ενωθούν με αντιπάλους τους για να σταματήσουν τον Πολέμαρχο του Θεού. Αυτό όμως αφορά άλλο κομμάτι της ιστορίας καθώς η πτώση των Ασσασίνων ήταν πλέον εμφανής.

Το κομμάτι του Ισλάμ όμως ποτέ δεν εξαλείφθηκε πλήρως και συνεχίζει να παραμένει στις μέρες μας με άλλες μορφές. Τα τελευταία λόγια του Χασάν στο νεκροκρέβατο του φημολογείται ότι ήταν : «Τίποτα δεν είναι αλήθεια, όλα επιτρέπονται».
Μπορεί τα λόγια του να φάνηκαν κενά τότε σαν να ήταν ένας άδειος φιλόσοφος, αλλά μέχρι σήμερα έχει αποδειχτεί η επιρροή τους.

Πηγές :

Ασασίνοι

Το τάγμα των «Ασσασίνων» – Χείλων

Οι xασισίν – Το Βήμα Online

Who were the Assassins

Order of the Assassins

Χουλαγκου Χαν ο πολέμαρχος του Θεού 

 

Αφιέρωμα στην Γυναίκα: Η Μαρία της Λήμνου ή η Μαρούλα της Λήμνου η μετά – Βυζαντινή γυναίκα ιππότης που έσωσε την Λήμνο από τους Οθωμανούς

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά, προπονητής ξιφασκίας εκπαιδευτής ενόπλου παμμάχου και ιστορικής σπαθασκίας

7 χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας γεννήθηκε στο κάστρο του Κοτσινα στην ανατολική Λήμνο η κόρη του Ισαακίου Κομνηνού ο οποίος ήταν ο άρχοντας του κάστρου. Η Λήμνος τοτε ήταν αποικία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Η κόρη του Ισαακίου βαπτίστηκε Μαρία και χαϊδευτικά την έλεγαν Μαρούλα. Μεγάλωσε σε περιβάλλων ελευθερίας, πατριωτισμού και με τις αρχές της ορθοδοξιας.
12 ετών έλαβε παιδεία από τον μεγάλο δάσκαλο Πορφύριο Νοταρά. Διδάχτηκε μαθηματικά, γεωγραφία, ιστορία και λαογραφία. Παράλληλα μάθαινε και την τέχνη των όπλων από Βενετούς δασκάλους και τον πατέρα της.
Στις 21 Μαϊου του 1478 η Οθωμανική αρμάδα φτάνει στην Λήμνο με διοικητή τον Σουλεϊμάν Πασά. Ο Σουλτάνος ήθελε να καταλάβει την Λήμνο. Τότε η Μαρία ήταν μόλις 18 ετών. Είδε τους Έλληνες και τους Βενετούς στρατιώτες να ετοιμάζονται να αντιμετωπίσουν τους Οθωμανούς. Είδε να προσεύχονται μαζί Ρωμαίοι και Λατίνοι και είδε τον πατέρα της τον Ισαάκιο Κομνηνό που ήταν ο πρωτοκαστελλανος να φορά την σύνθετη πανοπλία του, να παίρνει το μακρύ σπαθί του και να πηγενει στις επάλξεις να πολεμήσει τον εχθρό. Είδε τους Οθωμανούς οι οποίοι ήταν πολυάριθμοι και πολύ καλά εξοπλισμένοι να καταφέρνουν να ανέβουν τα τείχη. Είδε την φρουρά να πέφτει. Είδε τον πατέρα της να πολεμά μόνος του πια , είδε να στείλει πολλούς στο βασίλειο του Άδη, είδε να τον περικυκλώνουν και κουρασμένος πια να πέφτει και ένας Οθωνανος να τον αποκεφαλίζει. Είδε τους υπερασπιστές να υποχωρούν. Και τότε μέσα στην αντάρα της μάχης η Μαρία έφτασε στο πτώμα του πατέρα της. Πήρε τα άρματα του, φόρεσε το κράνος του και πήρε το μακρύ σπαθί του και όρμησε στην μάχη. Οι στρατιώτες νόμιζαν ότι ο Ισαάκιος είχε αναστηθεί. Όπως η Μαρία ορμούσε στον εχθρό μόνη της Βενετοι και Ρωμαίοι συσπειρώθηκαν και έκαναν μαζική αντεπίθεση που τους οδηγούσε η Μαρία. Τόσο σφοδρή ήταν η αντεπίθεση που οι Οθωμανοί υποχώρησαν ανέβηκαν στα πλοία τους και έφυγαν για την Μεγάλη Πύλη ενώ η Μαρία πέρασε στο Πάνθεον των Ελλήνων ηρώων.
Μετά την μάχη όταν είδαν ότι η Μαρία τους οδήγησε στην νίκη, ο Βενετός Ναύαρχος Λορεδανος προτεινε στην Μαρία να παντρευτεί έναν ιππότη του Αγίου Μάρκου ενώ η Βενετική πολιτεία θα την προικοδοτουσε. Η Μαρία όμως αρνήθηκε γιατί ήθελε αυτή να επιλέξει τον άντρα της. Άγνωστη παραμένει η τύχη της Μαρίας της Λήμνου. Κανείς δεν ξέρει τι έγινε μετά την συνθηκολόγηση των Βενετών με τους Οθωμανούς και την παράδοση του νησιού στους δεύτερους.

Η Ελληνική Πολιτεία έχει στήσει το άγαλμα της στην Λήμνο η οποία κρατά ξίφος.

Χρόνια Πολλά στις γυναίκες !

Οι διδασκαλίες του Martin Syber από το Codex Speyer (MS M.I.29) (1491)

 

Codex Speyer (MS M.I.29) (1491)

Οι διδασκαλίες του Martin Syber

© Μετάφραση: Παναγιώτης Ν. Κλώνος, μέλος της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών ‘Λέοντες’ και των Ελλήνων Ελεύθερων Ξιφομάχων (Meyer Freifechter Guild – Hellas)

© Διορθώσεις: Γεώργιος Ε. Γεωργάς, προπονητής ξιφασκίας, εκπαιδευτής ενόπλου παμμάχου και ιστορικής σπαθασκίας

Εισαγωγή

Το παρακάτω κείμενο είναι μια νέα αφήγηση για το μακρύ σπαθί, που έχει επιρροές από διάφορες αφηγήσεις (Zettel) άλλων οπλοδιδασκάλων, τις οποίες ο οπλοδιδάσκαλος Martin Syber επεξεργάστηκε και χώρισε τη διδασκαλία του σε έξι (6) μαθήματα.

Η θέση φύλαξης βους (Ochs), η θέση φύλαξης ‘’άροτρο’’ (pflug) και το ‘’χτύπημα στη χωρίστρα’’ (Scheitelhau) όπως ονομάζονται, αλλά και άλλες τεχνικές έχουν και έναν άλλο τρόπο επεξήγησης και προσέγγισης σε σχέση με τις προγενέστερες αφηγήσεις.

Από εδώ ξεκινά η αφήγηση (Zettel), που αποτελείται από 6 μαθήματα.

Αυτός που κερδίζει τιμές ενώπιον αρχόντων και ηγεμόνων πολεμώντας με το μακρύ σπαθί, είναι αγαθός και δίκαιος. Αυτός που ακολουθεί τις γνώσεις που του προσφέρω, είναι ευλογημένος αιώνια 1διότι εντός τους εμπεριέχουν τη σοφία πολλών και άξιων οπλοδιδασκάλων από την Ουγγαρία, τη Βοημία, την Ιταλία, από τη Γαλλία, την Αγγλία και την Αλαμανία, από τη Ρωσία, την Πρωσία, την Ελλάδα, την Ολλανδία, την Προβηγκία και τη Σουαβία.

Όταν βηματίζεις, να το κάνεις προς τα αριστερά και παράλληλα να σκέφτεσαι πώς να παραπλανήσεις τον αντίπαλό σου.

Όταν εκτελείς τρύπημα να το κάνεις όντας ισχυρός για να εξασφαλίσεις ότι θα το εκτελέσεις σωστά.

Αν δεις ‘’άνοιγμα’’ από τη μεριά του αντιπάλου σου, τότε ΄΄μπες΄΄ και εκτέλεσε γρήγορα χτύπημα ή τρύπημα. Συνεπώς, εκείνη τη στιγμή πρέπει να είσαι ‘’ισχυρός’’.

Όταν μονομαχείς να είσαι εν κινήσει και να έχεις την πρωτοβουλία να δεσμεύσεις τη λάμα του αντιπάλου σου, γιατί ο τολμηρός έχει περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει.

Αν θέλεις να καταφέρεις όλα αυτά, θα πρέπει να έχεις ισχυρή θέληση και να είσαι προσεκτικός.

Να προστατεύεσαι από την οργή και να την αποφεύγεις. Έτσι, θα μπορέσεις να επιτύχεις. Όταν ξιφομαχείς να είσαι γρήγορος.

Εδώ τελειώνει η εισαγωγή της αφήγησης.

Πρώτο μάθημα

Φέρε το ασθενές της λάμας του σπαθιού σου προς τα δεξιά.

‘’Μπες’’ γρήγορα για να δεσμεύσεις τη λάμα του αντιπάλου σου.

Να το κάνεις γρήγορα δύο φορές και από τις δύο πλευρές.

Κάνε δέσμευση στο ισχυρό της αντίπαλης λάμας και αμέσως μετά χτύπα με δύναμη.

Κατά τη διάρκεια της μονομαχίας και ενώ βηματίζεις, να κρατάς μακριά (μην εκθέτεις) τον δεξιό σου αγκώνα.

Δεύτερο μάθημα

Να αποκρούεις με το ισχυρό της λάμας σου.

Όταν βηματίζεις να είσαι προσεκτικός για να αποφύγεις τα χτυπήματα και να έχεις σε ετοιμότητα την πούντα (Point) και το αντίβαρο (pommel) του σπαθιού σου.

Τρύπησε τον αντίπαλό σου στο πρόσωπο.

Το χτύπημα του σταυρού (zwerhau) είναι ιδιαίτερα χρήσιμο.

Να θυμάσαι πάντα τη χρησιμότητα του αντιβάρου (pommel) σου, διότι ένα χτύπημα με το αντίβαρο στο κεφάλι του αντιπάλου θα τον τραυματίσει.

Κατά τη διάρκεια της μονομαχίας να κάνεις πλάγια βήματα, γιατί αυτό σε βοηθά να έχεις την πρωτοβουλία έναντι του αντιπάλου σου (κατάσταση Vor).

Τρίτο μάθημα

Να είσαι παρατηρητικός και να προστατεύεσαι από τα χτυπήματα από ψηλά.

Αν αποτύχεις, μη λυγίσεις.

Να παρακολουθείς τις τακτικές του αντιπάλου σου και τότε χτύπησέ τον δυνατά.

Να είσαι ευκίνητος και να εκτελείς απειλητικά χτυπήματα εναντίον του αντιπάλου σου.

Χτύπα τον αντίπαλό σου ξανά στο ισχυρό της λάμας με δύναμη και σπρώξε τον για να νικήσεις.

Να τον δεσμεύσεις ΄΄κλειδώνοντας’’ το ισχυρό της λάμας του.

Κατά τη διάρκεια της μονομαχίας να κάνεις πλάγια βήματα, γιατί αυτό σε βοηθά να έχεις την πρωτοβουλία έναντι του αντιπάλου σου (κατάσταση Vor).

Τέταρτο μάθημα

Εκτέλεσε τρυπήματα από τη θέση φύλαξης βους (ochs) κάνοντας δύο μεγάλα διαδοχικά βήματα.

Εκτέλεσε ξανά και ξανά τις τεχνικές του ανέμου.

Εκτέλεσε γρήγορα το ‘’χτύπημα στη χωρίστρα’’ (Scheitelhau).

Εκτέλεσε την τεχνική του ανέμου και αμέσως μετά κάνε κόντρα επίθεση εναντίον του αντίπαλου χτυπήματος στην κοιλιά και στο λαιμό.

Κατά τη διάρκεια της μονομαχίας να κάνεις πλάγια βήματα, γιατί αυτό σε βοηθά να έχεις την πρωτοβουλία έναντι του αντιπάλου σου (κατάσταση Vor).

Πέμπτο μάθημα

Τρύπα με τη θέση φύλαξης του μακριού σημείου (langort).

Αποδεσμεύσου, να ξανατρυπήσεις και μετά να σκοτώσεις.

Άσε να αναπηδήσουν τα αλλήθωρα χτυπήματα, ώστε να συνεχιστεί η ροή της μονομαχίας.

Να αποκρούεις γρήγορα με την ‘’απόκρουση του κρεμασμένου’’. Μετά κάνε γρήγορο βήμα μπροστά, πηγαίνοντας πίσω από τον αντίπαλό σου και ξεγέλασέ τον χτυπώντας τον στο κεφάλι ή στην κοιλιά.

Κατά τη διάρκεια της μονομαχίας να κάνεις πλάγια βήματα, γιατί αυτό σε βοηθά να έχεις την πρωτοβουλία έναντι του αντιπάλου σου (κατάσταση Vor).

Έκτο μάθημα

Τα χτυπήματα από ψηλά αργούν να υλοποιηθούν. Αξιοποίησε τις περιελίξεις (winden) για να προστατευτείς.

Απόκρουσε γρήγορα τον αντίπαλό σου και εκτέλεσε αμέσως (σε έναν ξιφασκιακό χρόνο) το αλλήθωρο χτύπημα (blendthau)

Χτύπα τον αντίπαλό σου στο στήθος με την πούντα (point) του σπαθιού σου για να τον νικήσεις.

Κατά τη διάρκεια της μονομαχίας να κάνεις πλάγια βήματα, γιατί αυτό σε βοηθά να έχεις την πρωτοβουλία έναντι του αντιπάλου σου (κατάσταση Vor).

Τέλος αφήγησης

 

Πολλές χρήσιμες πληροφορίες όσον αφορά τις θέσεις φύλαξης και τις τεχνικές του μακριού σπαθιού μπορείτε να δείτε στα παρακάτω links:

Η βιογραφία του Μάρτιν Σιμπερ

Οι βασικές θέσεις φύλαξης της Γερμανικής σχολής ξιφασκίας

Οι δευτερεύουσες θέσεις φύλαξης της Γερμανικής σχολής ξιφασκίας 

Τα μυστικά κοψίματα του Lichtenauer 

Ερμηνεία του Indes στην Γερμανική σχολή ξιφασκίας 

Η ερμηνεία του Vor στην Γερμανική σχολή ξιφασκίας

Βίντεο που αποδίδουν μέρος των τεχνικών της μεθόδου του Μάρτιν Σιμπερ 

Πηγές:

· http://www.wiktenauer.com

Link: https://wiktenauer.com/wiki/Martin_Syber

Σύμφωνα με την αγγλική μετάφραση του Christian Trosclair

Βυζαντινές Πολεμικές Τέχνες: Σπαθιον ζωστικό, το σπαθί των καταφρακτων και των οπλιτών της μέσης Βυζαντινής περιόδου.

Βυζαντινές Πολεμικές Τέχνες: Σπαθιον ζωστικό, το σπαθί των καταφρακτων και των οπλιτών της μέσης Βυζαντινής περιόδου.

 

Η μελέτη για την ανακατασκευή του έγινε από τον ιστορικό στρατιωτικής ιστορίας κ. Ιωάννη Δανδουλάκη ο οποίος είναι και μέλος της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών “Λέοντες”

Το άρθρο εδώ : http://christoikoumeni.blogspot.com/2020/12/making-10th-century-byzantine-infantry.html?m=1

Εισηγητής : Γεώργιος Ε. Γεωργάς, προπονητής ξιφασκίας εκπαιδευτής ενόπλου παμμάχου και ιστορικής σπαθασκίας.

Πληροφορίες στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο : g_e_georgas@yahoo.gr

Βοήθησε και εσύ να γίνει γνωστό το ένοπλο Πάμμαχον και η Οπλομαχία στην Ελλάδα, αν σου άρεσε αυτό που είδες κάνε like στο βίντεο και κάνε εγγραφή τώρα στο κανάλι μας για είσαι ενημερωμένος.

Η πολιορκία του Δορυστολου, η επανάσταση του Λέοντος του Κουροπαλατη και το θαύμα του Αγίου Θεοδώρου

Απόδοση από τα μεσαιωνικά Ελληνικά στα νέα Ελληνικά, Γεώργιος Ε. Γεωργάς προπονητής ξιφασκίας, εκπαιδευτής ενόπλου παμμάχου και ιστορικής σπαθασκίας

Ενώ ο ήλιος άρχιζε να ανατέλλει ο Αυτοκράτορας είχε είδη οχυρωσει το στρατόπεδο. Κοντά στο Δορυστολο υπήρχε ένας λόφος. Πάνω σε αυτόν οι στρατιώτες είχαν φτιάξει τις σκηνές τους ενώ γύρω από αυτές είχαν σκάψει στη περίμετρο αυτής μια τάφρο. Ενώ με το χώμα και τις πέτρες που έβγαλαν έφτιαξαν ένα ανάχωμα. Πάνω σε αυτό έβαλαν τις ασπίδες τουςθ την μια δίπλα στην άλλη. Έτσι είχαν φτιάξει ένα τείχος ασπιδων που προστάτευε έτσι το στρατόπεδο από επιδρομή του εχθρού. Έτσι οι Ρωμαίοι έφτιαξαν το στρατόπεδο τους μέσα στην περιοχή του εχθρού. Την επόμενη μέρα ο Αυτοκράτορας συνέταξε το στρατό του και ξεκίνησε επίθεση εναντίον των Βίκινγκ Ρους.
Οι Βιγκινκς είχαν επανδρώσει τους πύργους και τις επάλξεις και μόλις πλησίαζαν οι Ρωμαίοι πετούσαν ακοντια, πέτρες, βέλη και ότι άλλο μπορούσε να πεταχτεί. Οι Ρωμαίοι δεν κάθονταν εκτεθειμένοι αλλά οι οπλίτες έκαναν αμυντικές κινήσεις ενώ οι τοξότες κσι οι σφεντονιτες έβαλαν εναντίον των υπερασπιστών. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γίνονται αψιμαχίες. Έτσι πέρασε το πρωί και οι Ρωμαίοι αποχώρησαν προς το στρατόπεδο τους για να γευματησουν.
Τοτε οι Βιγκινκς ξαφνικά άνοιξαν τις πύλες της πόλης και βγήκαν έξω καβάλα σε άλογα! Αυτό δεν το είχαν κάνει ποτέ και το επιχειρούσαν για πρώτη φορά . Τότε καλπασαν εναντίον του στρατοπέδου των Ρωμαίων. Όσο οι Βιγκινκς έρχονταν οι φρουροί ειδοποίησαν τους στρατιώτες που έτρωγαν το μεσημεριανό τους. Τότε αμέσως φόρεσαν τα κλιβανια τους και τα λωρικια με την βοήθεια των ιπποκόμων οι οποίοι αμέσως μετά τους εφεραν τους ίππους τους. Οι καταφρακτοι καβαλησαν τα άλογα ενώ πήραν τις μεγάλες λόγχες τους ( ήταν λόγχες που τις κρατούσαν με τα δύο χέρια), και καλπασαν εναντίον των Βίκινγκς. Επιτέθηκαν από τον λόφο με μια οργισμένη έφοδο προς τους Βιγκινκς. Οι Βιγκινκς οι οποίοι ήταν εντελώς ανιδεοι με την ιππική τέχνη, δεν μπόρεσαν να ανταπεξελθουν στην ορμητικη έφοδο των καταφρακτων και διαλύθηκαν από το καβαλαρικον. Όσοι έζησαν έτρεξαν στο Δορυστολο και κλείστηκαν μέσα.
Τότε ήταν που φάνηκαν στην ακτή οι πρώτες τριήρεις και τα μεταφορικά. Η κάθε τριήρεις είχε μπροστά κεφαλές χρυσών δράκων που έλαμπαν στο φως του ηλίου. Ήταν τα σιφόνια που πέταγαν το Υγρό Πυρ. Οι Ρωμαίοι άρχισαν να χαίρονται ενώ οι Βιγκινκς τρομοκρατηθηκαν. Υπήρχαν ανάμεσα τους βετεράνοι πολεμιστές που είχαν πολεμήσει στο πλευρό του Ιγκόρ του πατέρα του Σφεντοσλαβου πριν χρόνια και είχαν δει τον όλεθρο που έφερναν οι δράκοι. Τους δράκους τους έλεγχαν οι Λαμπροι. Μια αδελφότητα μάγων. Τότε όλα τα ντραγκαρ τους και τα πληρώματα είχαν γίνει στάχτη από το Υγρό Πυρ των Ρωμαίων.

Την επόμενη μέρα, οι Βιγκινκς βγήκαν και πάλι έξω από την πόλη. Αυτή τη φορά πεζοί. Ηταν όλοι μα όλοι αρματωμένοι με αλυσιδωτή πανοπλία ή όποια είχε επιπλέον προστασία από μια μεταλλική πλάκα που προστάτευε την περιοχή του στήθους και μέρους της κοιλιάς, καθώς και τις ασπίδες τους και αμέσως έφτιαξαν τείχος ασπιδων. Οι δε Ρωμαίοι παραταχθηκαν απέναντι τους και αυτοί αρματωμένοι. Και λίγες στιγμές μετά η μία πλευρά έκανε επίθεση στην άλλη και έγινε μια σφοδρή σύγκρουση ανάμεσα στο πεζικό. Χωρίς ελιγμούς αλλά μόνο ατόφια πίεση και από τις δύο πλευρές. Για πολύ ώρα καμία πλευρά δεν νικούσε. Πότε οι Βιγκινκς πιεζαν τους Ρωμαίους πίσω, πότε οι Ρωμαίοι πιεζαν τους Βιγκινκς. Φάλαγγα εναντίον τείχος ασπιδων. Μετά αποχωρούσαν και οι δύο και έκαναν πάλι έφοδο. Τότε όταν είχαν αποχωρήσει και δύο πλευρές, ένας Έλληνας οπλίτης βγήκε από την φάλαγγα χωρίς να έχει πάρει διαταγή να το κάνει. Αυτός βγήκε μπροστά και κάλεσε σε μονομαχία τον Σφενγκελο. Ο Σφενγκελος ήταν ο τρίτος σε ιεραρχία των Βιγκινκς μετά τον Σφεντοσλαβο και ήταν ένας πολύ ψηλός και δυνατός άνδρας ο οποίος ήξερε καλά την τέχνη των όπλων και είχε διακριθεί σε πολλές συμπλοκές και μάχες, ειδικά σε αυτή τη συμπλοκή. Οι Βιγκινκς φώναζαν δυνατά το όνομα του Σφενγκελου και αυτός ξεκίνησε για αντιμετωπίσει τον Ρωμαίο οπλίτη. Οι Βιγκινκς ήταν σίγουροι ότι ο Σφενγκελος θα τσακιζε τον οπλίτη. Ενώ οι Ρωμαίοι δεν ήταν και τόσο σίγουροι για τον δικό τους.
Ο οπλίτης σκότωσε τον Σφενγκελο με μια κίνηση. Οι Βιγκινκς πάγωσαν, αν ένας άσημος οπλίτης μπορούσε να σκοτώσει τον καλύτερο πολεμιστή τους τότε οι άλλοι τι μπορούσαν να κάνουν;
Οι οπλίτες τότε έκαναν έφοδο και στην μάχη που ακολούθησε διακρίθηκε ένας αξιωματικός. Ο Θεόδωρος Λαλακων γόνος της αριστοκρατιας της Αυτοκρατορίας με καταγωγή από το Αρμενιακο Θέμα. Ο Θεόδωρος πολεμούσε πεζός και ήταν πυ δύσκολο κάποιος να τον αντιμετωπίσει. Ήταν δυνατός, άριστος στις Βυζαντινές Πολεμικές Τέχνες και πολεμούσε πάντα με μια κορινη και μια ασπίδα. Τα χτυπήματα του ήταν τόσο ισχυρά όπου σε κάθε χτύπημα έσπαγε το κράνος του αντιπάλου αλλά και το κεφάλι του. Στην μάχη αυτή λέγετε ότι μόνος του αντιμετώπισε και εξολοθρεύσε πάρα πολλούς Βιγκινγκς και αυτός ήταν που αρχικά έτρεψε σε φυγή τον εχθρό. Οι Βιγκινκς έτρεξαν να σωθούν προς την πόλη ενώ οι Ρωμαίοι τους κυνηγούσαν. Τότε ο Αυτοκράτορας διέταξε να τους αφήσουν και να γυρίσουν στο στρατόπεδο.
Τότε εκεί τους βράβευσε και διοργάνωσε αγώνες οινοποσιας για να τους ευχαριστήσει.

Όσο γίνονταν αυτά τα γεγονότα στο Δορυστολο και ενώ τα πάντα ήταν ρευστά, ο Λέοντας ο Κουροπαλατης ο οποίος ήταν αδελφός του Αυτοκράτορα Νικηφόρου, και βρίσκονταν υπό περιορισμό στην Λέσβο μαζί με τον γιο του Νικηφόρο, πλήρωσε τους Έλληνες φρουρούς που τους φρουρούσαν και έκανε επανάσταση. Ο Αυτοκράτορας Ιωάννης είχε διατάξει να τον τυφλωσουν, όμως ο εκτελεστής είτε από δωροδοκία είτε από οίκτο προς τον Λέοντα, δεν το έκανε και τον έκαψε επιφανειακά. Έτσι ο Λέοντας και ο γιος του πήραν ένα καράβι και ταξίδεψε στο Βυζάντιο. Μετά βρήκε καταφύγιο στι Μοναστήρι του Πελαμιδιου. Από εκεί έστειλε έναν από τους άντρες του να ειδοποιήσουν τους ευγενείς οι οποίοι ήταν ακόμα πιστοί σε αυτόν και να κλέψουν τα κλειδιά του Ιερού Παλατιού για να μπορέσει να πάει σε αυτό.
Αυτοί δωροδοκησαν έναν από τους Κλειδοφυλακες του Ιερού Παλατιού, και αυτός τους έδωσε το κλειδί με το οποίο έφτιαξαν ένα αντίγραφο από έναν ειδικό τεχνίτη. Αφού όλα πήγαιναν σύμφωνα με το σχέδιο, ο Λέοντας έφυγε από το μοναστήρι και έφτασε στην Κωνσταντινούπολη το βράδυ. Μπήκε μέσα στην πόλη από ένα μυστικό πέρασμα που βρίσκονταν στο ναό του Αγίου Φωκά. Εκεί φόρεσε την πορφυρα και πήρε ένα χρυσό σκηπτρο που του έφεραν και πήγε στο μέρος που βρίσκονταν οι δικοί του. Στο Σφωρακιον. Εκεί ένας από τους ακόλουθους του βγήκε έξω και πήγε σε έναν φίλο του που ήταν ο πρόεδρος του Σωματείου των Κρατικών Υφαντουργων και τον ειδοποίησε ότι ο Λέοντας επέστρεψε ενώ του ζήτησε την βοήθεια των εργαζομένων να στηρίξουν τον Λέοντα ο οποίος ήθελε να πάρει τον θρόνο του Κωνσταντίνου. Ο πρόεδρος του σωματείου δέχτηκε και του είπε ότι βοηθήσει. Ο πρόεδρος όμως αντί να πάει να καλέσει τους εργάτες, πήγε στον Δρουγγαριο του Αυτοκρατορικου στόλου όπου ο Αυτοκράτορας τον είχε αφήσει υπεύθυνο για την ασφάλεια της Κωνσταντινούπολης για όσο καιρό θα έλειπε στον πόλεμο. Ο Πρόεδρος του ανέφερε ότι ο Λέοντας ήθελε να καταλάβει την πόλη και τον θρόνο. Τότε ο Λέοντας ο Πατρίκιος ( ο Δρουγγαριος), μετά το σοκ που υπέστη πήρε γρήγορα την πρωτοβουλία, μάζεψε τους στρατιώτες του και πήγε στο μέρος που ήταν κρυμμένος ο Λέοντας. Ο Λέοντας όμως ειδοποιήθηκε, και δραπέτευσε από ένα παράθυρο μαζί με τον γιο του. Μέσα στο σκοτάδι προσπαθουσαν να ξεφύγουν πότε περπατώντας στα σοκάκια και πότε στις στέγες μέχρι που έφτασαν στην Αγία Σοφία, μπήκαν μέσα και ζήτησαν άσυλο. Ο Δρουγγαριο όμως τους βρήκε, και αφού τους έσυρε έξω από την Αγία Σοφία τους έβαλε σε ένα πλοίο και τους μετέφερε σε ένα νησί που λέγονταν Καλονυμος. Εκεί έμειναν μέχρι που ήρθε μανδατορας από τον Αυτοκράτορα και διέταξε την τύφλωση και των δύο καθώς και τη δήμευση όλης της περιουσίας τους.

Όσο γίνονταν αυτά στην Κωνσταντινούπολη, πίσω στο Δορυστολο η πολιορκία συνεχιζόταν. Οι Ρωμαίοι είχαν χτίσει πολλές πολιορκητικες μηχανές οι οποίες σφυροκοπουσαν την πόλη χωρίς έλεος κάθε μέρα. Πολλοί Βιγκινγκς είχαν σκοτωθεί απκ τις πέτρες που πετούσαν. Έτσι αποφάσισαν να κάνουν έξοδο και να τις κάψουν. Ήταν μεσημέρι όταν έκαναν την τολμηρή έξοδο τους. Διοικητής του μηχανικού ήταν ο Μαγιστρος Ιωάννης Κουρκουας. Έτρωγε το μεσημεριανό του και ήταν πολύ μεθυσμένος από κρασί, όταν είδε τους Βιγκινκς να κάνουν έφοδο. Τότε βλασφημωντας πήρε τα άρματα του καβάλησε το άλογο του και ορμησε μόνος του προς τους Βιγκινκς. Μόλις που πρόλαβαν μερικοί στρατιώτες να τον ακολουθήσουν. Καθώς όμως έκανε έφοδο το άλογο παραπατησε σε μια τρύπα που ήταν εκεί και ο Μαγιστρος έπεσε κάτω. Οι Βιγκινκς που είδαν την πτώση, νόμιζαν ότι ήταν ο Αυτοκράτορας γιατί φορούσε χρυσαφί πανοπλία, και το άλογο του είχε πανοπλία πολυτελεστατη. Έτσι ορμησαν σαν λύκοι πάνω του. Πριν προλάβει να σηκωθεί, οι Βιγκινκς έπεσαν όλοι πάνω του και τον έκαναν κομμάτια με τα τσεκούρια τους και τα σπαθιά τους. Τότε πήραν το κεφάλι του, άφησαν την αποστολή τους να κάψουν τις μηχανές, και γύρισαν πίσω. Τότε έβαλαν το κεφάλι του Κουρκουα σε ένα πασαλο και έλεγαν ότι σκότωσαν τον Αυτοκράτορα.
Οι δε Ρωμαίοι είπαν ότι ο Μαγιστρος Κουρκουας δέχθηκε ουράνια τιμωρία γιατί όσο ήταν στην Μυσια έκαιγε εκκλησίες, μοναστήρια και ότι ιερούς θησαυρούς όπως αγία δισκοπότηρα, Χρύσα Ευαγγέλια και άλλα τα είχε κλέψει και τα είχε τοποθετήσει στο προσωπικό του θησαυρόφυλάκιο.

Το ηθικό των Βιγκινκς μετά από την σφαγή του Κουρκουα ήταν μεγάλη. Έτσι την επόμενη μέρα έκαναν πάλι έξοδο. Αμέσως οι Ρωμαίοι άρχισαν και αυτοί να λαμβάνουν θέσεις. Παραταχθηκαν σε βαθιά παράταξη κσι άρχισαν την επίθεση. Εκεί ήταν και ένας Αυτοκρατορικος Φρουρός, ο Ανεμας. Γιος του κυβερνήτη της Κρήτης του Άραβα Εμίρη Abd Al Aziz που οι Ελληνες τον έλεγαν Κουρουπα. Ο Ανεμας είχε πάρει Ελληνική παιδεία από μικρός, είχε γίνει χριστιανός και είχε μάθει τις Βυζαντινές Πολεμικές Τέχνες της Αυτοκρατορικης Φρουράς ενώ είχε γίνει αγαπητός σε όλους τους Ρωμαίους. Εκεί όμως ήταν και ο Ιγκμορ, ο δεύτερος σε κύρος μετά τον Σφεντοσλαβο. Ο Ιγκμορ ήταν ένας δεινός ξιφομάχος, σκληρός μαχητής και αδίστακτος. Έμπαινε πρώτος στην μάχη και ακολουθούσαν οι δικοί του. Οι Ρωμαίοι είχαν θρυνησει πολλούς νεκρούς από αυτόν. Ο Ανεμας μόλις τον είδε τράβηξε το σπαθί του που ήταν πάντα στο πλευρό του και καλπασε μόνος του προς τον Ιγκμορ. Ο Ανεμας τον προκάλεσε και ο Ιγκμορ γελώντας πήγε να τον συναντήσει. Ο Ανεμας έκανε έφοδο και με ένα οργισμένο χτύπημα του έκοψε με μια κίνηση το κεφάλι, διάλυσε την πανοπλία και μαζί κόπηκε και το δεξί του χέρι. Καθώς ο Ιγκόρ έπεφτε στην γη, οι Βιγκινκς άρχισαν να θρηνούν για τον χαμό του στρατηγού τους. Τότε οι Ρωμαίοι έκαναν έφοδο ενώ οι Βιγκινκς για άλλη μια φορά έτρεχαν να σωθούν μέσα στη πόλη. Οι Ρωμαίοι όμως τους πρόλαβαν κσι τους σκότωσαν όλους. Δεν άφησαν κανέναν.

Όταν έπεσε η νύχτα με το φως του σχεδόν ολογιομου φεγγαριού, οι Βιγκινκς βγήκαν έξω για να πάρουν τους νεκρούς τους. Τους μετέφεραν μπροστά από την πόλη και τους έκαψαν. Όταν τελείωσε αυτό, το υπόλοιπο βράδυ οι Βιγκινκς έκαναν άνθρωπο θυσίε. Θυσιασαν αρχικά εκατοντάδες γυναίκες και άνδρες οι οποίοι ήσαν αιχμάλωτοι. Μόλις τελείωσαν αυτό θυσιασαν στους θεούς τους όλα τα νεογέννητα παιδιά τους τα οποία τα έπνιξαν στα νερά και μετά ακολούθησαν ζωωθυσιες.

Την επόμενη των θυσιων, ο Σφεντοσλαβος κάλεσε το συμβούλιο των αρχόντων το λεγόμενο κομβεντον. Εκεί ακούστηκαν οι απόψεις να πάρουν τα πλοία τους και να φύγουν, αλλά φοβήθηκαν ότι τα πλοία των Ρωμαίων θα τα κάψουν. Αλλοι είχαν την άποψη να αυτοκτονησουν όλοι γιατί πίστευαν ότι όσοι σκοτώνονταν από τους εχθρούς τους, η ψυχή τους θα υπηρετούσε αυτούς που τους σκότωσε μετά τον χωρισμό της ψυχής απο σώμα. Μετά είπαν να έρθουν σε συμφωνία με τους Ρωμαίους, όμως στο τέλος επικράτησε η άποψη να πολεμήσουν γιατί ποτέ οι Βιγκινκς δεν γύριζαν ηττημένοι στην χώρα τους που ήταν και η άποψη του Σφεντοσλαβου.

Ήταν 24 Ιουλίου όταν οι Βιγκινκς βγήκαν όλοι από την πόλη. Παραταχθηκαν σε τεράστιο τείχος ασπιδων. Ο Αυτοκράτορας ξεκίνησε και αυτός και η μάχη άναψε γρήγορα. Οι Βιγκινκς πετούσαν τα ακοντια τους τραυματιζοντας τα άλογα των Ρωμαίων και μετά σκότωναν τους ιππείς. Τότε ήταν που Ανεμας είδε τον Σφεντοσλαβο. Με ιπποτικη αρετή ορμησε απευθείας ενάντια στον Βασιλιά των Βιγκινγκ μόνος του. Στην έφοδο του μόνος του έστειλε στον Άδη όσους στάθηκαν μπροστά του και στο τέλος έφτασε στον βάρβαρο βασιλιά. Τον χτύπησε με το σπαθί του πολύ δυνατά όμως ο Σφεντοσλαβος δεν πέθανε, έπεσε στο χώμα, τον είχε προστατεύσει η πανοπλία του. Τότε οι Βίκινγκς απομόνωσα τον Ανεμα. Τον περικύκλωσαν και αφού σκότωσαν το άλογο του με τα ακοντια έπεσαν πάνω στον Ανεμα. Ο Ανεμας απομομμένος από τους άλλους Αθανατους πολέμησε μόνος του. Έστειλε στον Άδη αυτούς που σκότωσαν το άλογο του. Μετά αντιμετώπισε το δεύτερο και το τρίτο κύμα των Βιγκινκς κρατώντας το σπαθί του με τα δύο χέρια σκοτώνοντας τους όλους. Τότε βλέποντας ότι έρχονται και άλλοι, γύρισε το σπαθί του προς τον εαυτό του και αυτοκτόνησε. Έτσι έπεσε ένας από τους μεγαλύτερους ξιφομάχους της Αυτοκρατορίας.
Με τον θάνατο του Ανεμα, οι Βιγκινκς έκαναν μαζική επίθεση εναντίον των Ρωμαίων. Οι Ρωμαίοι άρχισαν να μην αντέχουν και άρχισαν να υποχωρούν. Ο Αυτοκράτορας κατάλαβε ότι ο στρατός του ήταν κουρασμένος και το ηθικό του είχε πέσει. Τότε πήρε το δόρυ του και άρχισε να καλπάζει μόνος του προς τους Βιγκινκς. Τότε άρχισαν τα βούκινα να ηχούν για επίθεση, τα κύμβαλα έδιναν τον ρυθμό στους πεζούς. Όλος ο Ρωμαϊκός στρατός είχε παγώσει βλέποντας τον Αυτοκράτορα να πηγαίνει μόνος του εναντίον της ορδης των παγανιστων. Τότε άρχισαν να συμβαίνουν παράξενα φαινόμενα. Ένας λευκός καβαλάρης άρχισε να εμψυχώνει τους Ρωμαίους που έφευγαν και τους καλούσε να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων, ο ίδιος ανασύνταξε τους Αθανατους, ο ίδιος ανασύνταξε τις Παλατινής Σχολές και τα Τάγματα και όπου περνούσε έδινε ελπίδα. Μετά ενώ σήκωσε το δόρυ του ψιλά ξεκίνησε ένας ισχυρός άνεμος. Ήταν τόσο δυνατός ο άνεμος που τυφλωνε τους Βιγκινκς που έρχονταν προς τους Ρωμαίους. Και τότε ο Λευκός ιππότης ορμησε πάνω στους Βιγκινκς προκαλώντας τρόμο σε αυτούς σπάζοντας τις γραμμές τους και εξαφανίστηκε,και έτσι όπως ήταν σοκαρισμένοι, έπεσαν πάνω τους οι Ρωμαίοι. Πεζικό και ιππικό έπεσε πάνω τους, ενώ το οδηγούσε ο Μαγιστρος Βάρδας Σκληρός. Οι Βιγκινκς δεν άντεξαν και άρχισαν να φεύγουν.
Ο Σφεντοσλαβος ξέφυγε πληγωμένος και βρήκε καταφύγιο σε ένα δάσος και θρηνουσε για τον χαμό των ανδρών του, γιατί έχασε 55.000 στρατιώτες ενώ οι Ρωμαίοι μόλις 350.

Μετά την μάχη ο Αυτοκράτορας έψαχνε να βρει τον Λευκό Ιππότη για να τον ευχαριστήσει. Όμως κανένας δεν ήξερε ποιος ήταν, ούτε τον είχαν δει ποτέ στο στρατόπεδο. Κανείς δεν τον βρήκε ούτε μετά την μάχη. Είχε εξαφανιστεί. Τότε θυμήθηκαν τι είχε συμβεί το απόγευμα λίγο πριν τα τραγικά συμβάντα. Ο Αυτοκράτορας προσεύχονταν στον Μεγαλομαρτυρα Άγιο Θεόδωρο να τον βοηθήσει στην μάχη. Αργότερα όπως αποκαλύφθηκε, μια παρθένα που ήταν αφιερωμένη στον Κύριο είχε δει ένα όραμα. Είδε την Παναγία την οποία την ακολουθούσαν κάποιοι φλεγόμενοι άνθρωποι, να τους λέει να φωνάξουν τον μάρτυρα Θεόδωρο. Τότε εμφανίστηκε ένας νεαρός άνδρας που φορούσε μια πανοπλία. Και η Παναγία του είπε ” Αρχοντα Θεόδωρε, ο Ιωάννης που πολεμά τους Σκυθες στο Δορυστολο είναι σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Πηγενε να τον βοηθήσεις γιατί αν δεν πας θα βρεθεί σε πολύ δύσκολη κατάσταση.” Ο Θεόδωρος απάντησε ότι ειναι έτοιμος να κάνει αυτό που διέταξε η Θεοτόκος. Και λέγοντας αυτά ο Θεόδωρος έφυγε.

Από τις Ιστορίες του Λέοντος του Διακονου

Η ιστορία του παπά Θέμελη

Απόδοση από τα μεσαιωνικά Ελληνικά στα νέα Ελληνικά, Γεώργιος Ε. Γεωργάς προπονητής ξιφασκίας εκπαιδευτής ενόπλου παμμάχου και ιστορικής σπαθασκίας.

Οι Ρωμαιοαραβικες σχέσεις βρίσκονταν σε κρίση όταν ο εμίρης της Ταρσού διέταξε επιδρομή στα Ρωμαϊκά ( Βυζαντινά ) εδάφη. Μια μεγάλη ομάδα Αράβων πολεμιστών έκαναν επιδρομή σε ένα χωριό όπου ονομάζονταν Ηράκλειον. Εκείνο το πρωινό της επιδρομής ο ιερέας του χωριού ο οποίος ονομάζονταν Θέμελης έκανε την Θεία Λειτουργία στο ναό του χωριού. Όταν αντιλήφθηκε την επιδρομή σταμάτησε την Θεία Λειτουργία, πήρε το σημαντρον της εκκλησίας και βγήκε στη πλατεία. Εκεί ήταν οι Άραβες πολεμιστές όπου βιαιοπραγουσαν. Ο παπά Θέμελης τότε όρμησε πάνω τους τραυμάτισε πολλούς και σκότωσε αρκετούς μόνο με το σημαντρον. Οι Άραβες τότε ντροπιασμένοι το έβαλαν στα πόδια.
Μετά από αυτό το περιστατικό ο επίσκοπος της περιοχής αρνήθηκε να τον συγχωρέσει για τις πράξεις βίας και τους φόνους που έπραξε ο ιερέας σταματώντας μάλιστα την Θεία Λειτουργία. Ο παπά Θέμελης τότε έφυγε από την αυτοκρατορία, πήγε στους Αγαρηνούς, αρνήθηκε τον Χριστό και ασπάστηκε το Ισλάμ. Οι Αγαρηνοί του έδωσαν αξιώματα και αυτός έκανε επιδρομές στα Βυζαντινά εδάφη ενώ ήταν φημισμένος για τις θηριωδίες που έπραξε εναντίον των Βυζαντινών.

Από το ‘ Σύνοψη Ιστορίας ‘ του Ιωάννη Σκυλιτζη

Η σύγκρουση δύο γιγάντων

Απόδοση από τα μεσαιωνικά Ελληνικά στα νέα Ελληνικά, Γεώργιος Ε. Γεωργάς προπονητής ξιφασκίας εκπαιδευτής ενόπλου παμμάχου και ιστορικής σπαθασκίας.

Ο αρχηγός των Ταυροσκυθων ( Βιγκινγ Ρους) είχε είδη συγκεντρώσει έναν στρατό 60.000 στρατιωτών αφού πρώτα είχε εκτελέσει 300 Βούλγαρους που ήθελαν να ενωθούν με την Αυτοκρατορία. Την ίδια περίοδο ο Αυτοκράτορας Ιωάννης με το στρατό του περνούσε τα σύνορα για να αναμετρηθεί με τους Ταυροσκυθες.
Κάποιοι τολμηροί Ταυροσκυθες έφυγαν μόνοι τους από τον στρατό και συγκρότησαν ομάδες με σκοπό να κάνουν ενέδρα. Αυτοί λοιπόν αφού παρακολούθησαν τους Ρωμαίους ανιχνευτές και εξπλορατορες τους επιτέθηκαν και τους σκότωσαν ενώ άφησαν τα πτώματα τους στο δρόμο. Όταν ο Αυτοκράτορας είδε τα πτώματα των στρατιωτών πεταμένα στο δρόμο γέμισε οργή και διέταξε να βρεθούν οι δράστες και τους φέρουν μπροστά του.
Την αποστολή την ανέλαβε μια ομάδα από στρατιώτες του πεζικού. Οι στρατιώτες ανίχνευσαν την περιοχή γρήγορα και σύντομα βρήκαν τους δράστες. Μετά από μια σύντομη αψιμαχία τους αιχμαλωτησαν και έφεραν τους Ταυροσκυθες μπροστά στον Αυτοκράτορα. Ο Αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να εκτελεστούν αμέσως, και έτσι έγινε, οι στρατιωτικές του πεζικού τους έκαναν κομμάτια με τα σπαθιά τους.
Μετά από αυτό το περιστατικό οι Αυτοκρατορικοι έφτασαν στη περιοχή έξω από το Δορυστολο.
Εκεί 60.000 Ταυροσκυθες είχαν παραταχθεί και είχαν κάνει ένα τεράστιο τείχος ασπιδων ενώ με τα κοντάρια τους απειλουσαν τους Ρωμαίους.
Ο Αυτοκράτορας παρεταξε τους καταφρακτους στο δεξί και αριστερό κέρας ενώ τους τοξότες κσι τους σφεντονιτες τους παρεταξε πίσω αλλά τους διέταξε να βρίσκονται σε επαγρύπνηση.
Αμέσως μετά διέταξε να γίνει επίθεση και πήρε την πρωτοβουλία κινήσεων. Στην πρώτη σύγκρουση και οι δύο πλευρές πολεμουσαν ισότιμα και γενναία. Οι Ρους πολεμουσαν με μανία και με πάθος. Δεν ήθελαν να χάσουν την τιμή τους με μια επερχόμενη ήτα από τους Ρωμαίους, αφού έως τώρα ήταν νικούσαν πάντα οποίο λαό βρίσκονταν εναντίον τους. Από την άλλη πλευρά και οι Ρωμαίοι πολεμουσαν γενναία αφού θα ήταν ντροπή να χάσουν την μάχη από τους Ρους οι οποίοι δεν ήξεραν καν να καβαλανε άλογα και να πολεμούν με αυτά. Αν έχαναν όλη η δόξα που είχαν έως τώρα θα εξαφανιζόταν.


Οι Ρους έκαναν μια παθιασμένη επίθεση η οποία ήταν ασυνταχτη, από την άλλη πλευρά το Ρωμαϊκό βαρύ πεζικό, η αφρόκρεμα των Παλατινων Σχολών της εποχής και τα Τάγματα, τους περιμεναν με ευταξια και μεγάλη πειθαρχία και με πρακτική δεξιότητα. Έως το απόγευμα η μάχη ήταν αμφίρροπη και οι δύο πλευρές είχαν χάσει πολλούς στρατιώτες. Τότε ενώ ο ήλιος άρχιζε να δύει, ο Αυτοκράτορας διέταξε να κάνει έφοδο το καβαλαρικο αφού πρώτα τους αναφώνησε έναν πύρινο λόγο θυμίζοντας τους ότι είναι Ρωμαίοι. Τότε οι τρομπέτες ήχησαν και οι καταφρακτοι έκαναν μια τρομακτική έφοδο εναντίον των Ρους. Η έφοδος ήταν τόσο τρομαχτική μιας και από χιλιάδες στόματα ακούγονταν ο πολεμικός παιανας των καταφρακτων που ανακατεύονταν με τον καλπασμο των αλόγων και τον ήχο των δρακοναριων, κάνοντας τους Βιγκινκ Ρους να τρομαξουν τόσο πολύ, αφού έβλεπαν ενώ ο ήλιος έριχνε τις τελευταίες του ακτίνες, καταφρακτους καβαλάρηδες με χρυσαφένιες πανοπλίες να ορμάνε με μένος. Τότε γύρισαν την πλάτη και άρχισαν να τρέχουν για να σωθούν και κλείστηκαν πίσω από τα τείχη της πόλης.
Οι δε Ρωμαίοι έψελναν τραγούδια της νίκης, ενώ άλλοι άναψαν μεγάλες φωτιές και χόρευαν πυρριχιο, αφού πρώτα όμως άρχισαν να φωνάζουν δυνατά ” Ιωάννη συ νικάς”. Η πολιορκία του Δορυστολου μόλις είχε ξεκινήσει.

Από τις Ιστορίες του Λέοντος του Διακονου

Στις φωτογραφίες :
Φωτογραφία 1: Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών “Λέοντες” ως παθιασμένος ( Berserker) των Βιγκινγκ Ρους.
Φωτογραφία 2: Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών
“Λέοντες” ως Βυζαντινός οπλίτης.