Πειραιάς: Θεία Λειτουργία μεθ’αρτοκλασίας προς τιμή του Αγίου Μερκουρίου προστάτη της Παλατινής Σχολής τών Λεόντων του Πειραιά

Την Κυριακή 15/12/2019, τελέσθηκε για 6η συνεχόμενη χρονιά Θεία Λειτουργία μεθ’ αρτοκλασίας στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Χατζηκυριάκειο ίδρυμα παιδικής προστασίας στο Πειραιά, για την εορτή του Αγίου Μερκουρίου ο οποίος είναι προστάτης της σχολής μας.
Η Θεία Λειτουργία τελέσθηκε από τον Αρχιμανδρίτη Χρυσόστομο, ηγούμενο της Ιεράς Μονής της Ζωοδόχου Πηγής της Παλαιάς Κοκκινιάς Πειραιώς.
Στην αρτοκλασία ήταν παρών και μας τίμησε ο Δημοτικός Σύμβουλος του Δήμου Πειραιώς
κ. Ελευθέριος Χρυσοφακης ο οποίος είναι και μέλος του Δ.Σ. του ΤΑΑ Ολυμπιακός.

Χρόνια Πολλά και Καλά Χριστούγεννα στα μέλη της σχολής μετά των οικείων αυτών.

Ο Θεός είναι μαζί μας

At 15/12/2019 conducted Divine Liturgy for 6th continues year in the Holy Church of Saint John at Chatzikiriakion Foundation in Piraeus to honour the Feast day of Saint Mercurios who is the patron saint of our school.
The Divine Liturgy conducted by Archimandrite Crysostomos, abbot of the Holy Monastery of Zoodoch Pege ( Life giving spring ) in Piraeus.
In the Divine Liturgy we had the honour to participate the city councilor of the Municipality of Piraeus Mr. Eleftherios Chrisofakis who is also member of the Administrative Council of the Olympiakos.

Blessings and Merry Christmas to the the members and the families and friends of our school.

Deus nobiscum

Σεμινάριο Μεσαιωνικής Σπαθασκίας και Τουρνουά Επίδειξης ‘Αγιος Μερκούριος 2019’


Τη Κυριακή 1 Δεκεμβρίου διεξήχθει στις αθλητικές εγκαταστάσεις του ΣΕΦ στον Πειραιά Σεμινάριο και Τουρνουά Επίδειξης ” Άγιος Μερκούριος 2019 ” στα πλαίσια των εορταστικών δρώμενων για την γιορτή του Αγίου Μερκουρίου προστάτη της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών “Λέοντες”.

 

Ο εκπαιδευτής Γεώργιος Ε. Γεωργάς με τον Μηνά Δασκαλόπουλο ξιφομάχο από την ακριτική Ξάνθη.

Οι ξιφομάχοι που έλαβαν μέρος στο δρώμενο, εκπαιδεύτηκαν σε τεχνικές σπαθιού δύο χεριών και ευθύς αμέσως έλαβαν μέρος στο τουρνουά μονομαχίας αλλά και στο τουρνουά απεμπλοκής όπου ένας ξιφομάχος οπλισμένος με σπαθί δύο χεριών έπρεπε να απεγκλωβιστεί από οκτώ οπλισμένους ξιφομαχους που τον είχαν περικυκλώσει και να φτάσει σε ασφαλές σημείο.

Νικητές στο τουρνουά απεμπλοκής ήταν ο Μηνάς Δασκαλόπουλος και ο Νικόλαος Κουμπανιουδακης.

Στο δρώμενο έλαβαν μέρος και ξιφομάχοι από την Θεσσαλονίκη, την Ξάνθη και την Κόρινθο.

Εκπαιδευτής ήταν ο Γεώργιος Ε. Γεωργάς.
Το δρώμενο είχε την στήριξη του Παμμαχου, του Meyer’s Freifechter Guild, του Piraeus Scholae Palatinae και του Saint Michael Guild.

Η Παλατινή Σχολή των Λεόντων του Πειραιά γιορτάζει τον Άγιο Μερκούριο προστάτη της σχολής

Αγιογραφία του Αγίου Μερκουρίου απο τον Ι.Ν. του Αγίου Δημητρίου του πατριαρχείου του Πεκ, Σερβία
Αγιογραφία του Αγίου Μερκουρίου από τον Ι.Ν. του Αγίου Δημητρίου του πατριαρχείου του Πεκ, Σερβία

Η Παλατινή Σχολή των Λεόντων του Πειραιά γιορτάζει τον προστάτη της Άγιο Μερκούριο.

Χρόνια πολλά στα μέλη της σχολής.

 

Βίος του Αγίου Μερκουρίου

Μέσα στην επίλεκτη φάλαγγα των μεγάλων και ενδόξων μαρτύρων της χριστιανικής πίστεως εξέχουσα θέση κατέχει ο ένδοξος του Χριστού μεγαλομάρτυς Άγιος Μερκούριος, του οποίου η μνήμη τιμάται και γεραίρεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας στις 25 Νοεμβρίου. Ο Άγιος Μερκούριος έζησε στα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα και επί των ημερών των ασεβών αυτοκρατόρων Δεκίου (249-251), Γάλλου (251-253) και Βαλεριανού (253-259). Καταγόταν από την Ανατολή και ο σκυθικής καταγωγής πατέρας του, ονόματι Γορδιανός, ήταν χριστιανός. Γι’ αυτό και ο Μερκούριος είχε ανατραφεί με τα νάματα της χριστιανικής πίστεως. Όταν απεβίωσε ο πατέρας του, κατατάχθηκε στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού και μάλιστα υπηρέτησε στο στράτευμα των Μαρκησίων. Διακρίθηκε για το ανδρείο του φρόνημα και απέσπασε τον θαυμασμό και την εκτίμηση των ανωτέρων του. Το γεγονός αυτό παρακίνησε τον αυτοκράτορα στο να τον αποστείλει με το στράτευμά του για να πολεμήσει εναντίον των βαρβάρων.

Κατά τη διάρκεια όμως της στρατιωτικής αποστολής παρουσιάσθηκε στον Μερκούριο Άγγελος Κυρίου κρατώντας στο δεξί του χέρι ξίφος και του είπε ότι στάλθηκε από τον Θεό για να τον ενισχύσει στον αγώνα του εναντίον των βαρβάρων. Μάλιστα του αποκάλυψε ότι θα νικήσει τους εχθρούς με τη βοήθεια του Θεού και αργότερα θα μαρτυρήσει για το όνομα του Χριστού, λαμβάνοντας από Αυτόν τον στέφανο της δόξας. Η εμφάνιση του Αγγέλου του Κυρίου ενθάρρυνε τον Μερκούριο σε τέτοιο βαθμό, ώστε κατόρθωσε να κατατροπώσει τους βαρβάρους και να τους τρέψει σε φυγή. Μάλιστα κατά τη διάρκεια της συμπλοκής φόνευσε και τον στρατηγό των βαρβάρων, ο οποίος ονομαζόταν Ρήγας. Το νικηφόρο αποτέλεσμα εντυπωσίασε και χαροποίησε τον αυτοκράτορα σε τέτοιο βαθμό, ώστε ανακήρυξε τον Μερκούριο αρχιστράτηγο, του πρόσφερε δε μεγάλες τιμές και διακρίσεις. Η ευνοϊκή αυτή στάση του αυτοκράτορα απέναντι στον Μερκούριο τον οδήγησε στο να λησμονήσει τον Ουράνιο Βασιλέα και να απολαμβάνει πλουσιοπάροχα τις πρόσκαιρες απολαύσεις της επίγειας ζωής.

Όμως μια νύχτα παρουσιάσθηκε στον ύπνο του Άγγελος Κυρίου για να του υπενθυμίσει ότι η νίκη του κατά των βαρβάρων έγινε με τη βοήθεια του Θεού, για το όνομα του Οποίου θα μαρτυρήσει για να απολαύσει στη συνέχεια τα αιώνια αγαθά της Ουράνιας Βασιλείας Του. Μόλις ο Μερκούριος ξύπνησε, άρχισε να σκέπτεται την εμφάνιση του Αγγέλου στον ύπνο του και τις συγκλονιστικές αποκαλύψεις για το μέλλον του. Παράλληλα άρχισε να συλλογίζεται και τα σοφά λόγια του χριστιανού πατέρα του, του Γορδιανού, ο οποίος τον διαπαιδαγώγησε με τα νάματα της χριστιανικής πίστεως και με τις αλήθειες του Ευαγγελίου του Χριστού, τονίζοντάς του να μείνει πιστός και αφοσιωμένος στον Σωτήρα και Λυτρωτή Χριστό για να απολαύσει τα αιώνια αγαθά της ουράνιας μακαριότητος. Σκεπτόμενος όλα αυτά ο Μερκούριος άρχισε να κλαίει απαρηγόρητος και χύνοντας δάκρυα ειλικρινούς μετανοίας, αποφάσισε να μείνει προσηλωμένος στον Κύριο ημών Ιησού Χριστού ως τον μόνο αληθινό Θεό.

Έτσι άρχισε σιγά σιγά να απομακρύνεται από το περιβάλλον του αυτοκράτορα, αφού με διάφορες προφάσεις δεν πήγε ούτε στο συμβούλιο που συνεκλήθη ούτε στον ειδωλολατρικό ναό της Αρτέμιδος για να προσφέρει θυσία στους προγονικούς θεούς. Η αλλαγή αυτή στη συμπεριφορά του έγινε όμως η αφορμή να διαβληθεί στον αυτοκράτορα από άνθρωπο, ο οποίος εποφθαλμιούσε το αξίωμα του αρχιστρατήγου. Ο άνθρωπος αυτός παρουσιάσθηκε στον αυτοκράτορα και τον ενημέρωσε για την περιφρόνηση που επιδεικνύει ο Μερκούριος στους πατρώους θεούς, αλλά και για την πίστη του στον Ιησού Χριστό. Ο αυτοκράτορας εξεπλάγη και δήλωσε ότι θα ερευνήσει αυτή την αποκάλυψη και εάν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, θα τιμήσει πλουσιοπάροχα τον άνθρωπο που κατήγγειλε τον Μερκούριο. Εάν όμως τα λόγια του είναι αποτέλεσμα φθόνου, θα υποστεί σκληρότατη τιμωρία. Ο Μερκούριος κλήθηκε κατόπιν από τον αυτοκράτορα, ο οποίος με πολλή αυστηρότητα και θυμό τον επέπληξε για την αγνωμοσύνη απέναντί του και την περιφρόνηση απέναντι στους ευεργέτες θεούς που του χάρισαν τη νίκη κατά των βαρβάρων. Ο Μερκούριος ομολόγησε τότε με παρρησία την πίστη του στον Ιησού Χριστό, ο Οποίος του έδωσε τη δύναμη και νίκησε τους εχθρούς, ενώ θα του δώσει και τη δύναμη να νικήσει τον ειδωλολάτρη αυτοκράτορα, αλλά και να απολαύσει τα ουράνια αγαθά της Βασιλείας του Θεού. Γι’ αυτό τον λόγο και περιφρονεί τα επίγεια και πρόσκαιρα αξιώματα και λέγοντας αυτά, έβγαλε τη ζώνη και το ένδυμα του στρατηγού και τα πέταξε κάτω.

Η σθεναρή ομολογία του Αγίου εξόργισε τον αυτοκράτορα, ο οποίος έδωσε την εντολή να τον φυλακίσουν, ελπίζοντας στη μεταμέλειά του. Πηγαίνοντας προς τη φυλακή ευχαρίστησε τον Κύριο που τον ενίσχυσε, αλλά Του ζήτησε να τον ενθαρρύνει ακόμη περισσότερο, ώστε να μαρτυρήσει για το όνομά Του. Τα μεσάνυχτα παρουσιάσθηκε στον ύπνο του Άγγελος Κυρίου, ο οποίος τον ενίσχυσε στον αγώνα του και τον ενθάρρυνε να υπομείνει τα πρόσκαιρα βασανιστήρια, ώστε να λάβει τον στέφανο της αιωνίου δόξας. Το πρωί της επόμενης ημέρας ο ένδοξος αθλητής του Χριστού Μερκούριος οδηγήθηκε ενώπιον του αυτοκράτορα, ο οποίος προσπάθησε με κολακείες να τον μεταπείσει να αρνηθεί τη χριστιανική του πίστη. Η σταθερή και ακλόνητη όμως πίστη του Μερκουρίου εξαγρίωσε τον αυτοκράτορα, ο οποίος διέταξε να υποβληθεί σε φρικτά βασανιστήρια. Ο γενναίος Μερκούριος του απάντησε με απόλυτη ηρεμία να πράξει ό,τι θέλει, διότι δεν πρόκειται να αλλάξει γνώμη και να προσφέρει τιμές στους ψεύτικους θεούς. Αμέσως ο αιμοβόρος αυτοκράτορας έδωσε εντολή να τον δέσουν με τέσσερα σχοινιά σε τέσσερις πασσάλους και από κάτω άλλοι να του κόβουν με μαχαίρια τις σάρκες του και άλλοι να του κατακαίουν το σώμα του, ώστε να έχει αφόρητους πόνους. Ο γενναίος αθλητής του Χριστού υπέμεινε με αξιοθαύμαστη καρτερία και με αξιομνημόνευτο ανδρείο φρόνημα τα σκληρά βασανιστήρια, γεγονός που ντρόπιασε τον αυτοκράτορα, ο οποίος αισθάνθηκε ηττημένος από τον Μερκούριο.

Στη συνέχεια διατάχθηκε να οδηγηθεί ο ένδοξος μάρτυς του Χριστού σε σκοτεινή φυλακή και μάλιστα οι δήμιοι τον πήραν στα χέρια τους και τον άφησαν κάτω ακίνητο, αφού δεν μπορούσε να περπατήσει καθόλου. Στη φυλακή ο Μερκούριος δέχθηκε για τρίτη φορά την επίσκεψη του Αγγέλου, ο οποίος του θεράπευσε τις πληγές και τον ενθάρρυνε λέγοντάς του: «Χαίροις γενναῖε στρατιῶτα καὶ ἀθλητά τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ ἀήττητε». Μόλις ξύπνησε, είχε αποκατασταθεί πλήρως η υγεία του και ευχαρίστησε αμέσως το όνομα του Παντοδυνάμου Κυρίου. Όταν όμως ο παρανοϊκός και αιμοβόρος αυτοκράτορας πληροφορήθηκε τη θεραπεία του Μερκουρίου, εξεπλάγη για το παράδοξο αυτό γεγονός. Αμέσως διέταξε να τον φέρουν ενώπιόν του και βλέποντας με έκπληξη ότι οι πληγές του σώματός του είχαν εξαφανισθεί και θεραπευτεί, ρώτησε τον Μερκούριο ποιος γιατρός ή μάγος τον επισκέφθηκε και τον θεράπευσε. Τότε ο Άγιος του απάντησε με παρρησία ότι ο ίδιος ο Χριστός με την παντοδυναμία Του τον θεράπευσε.

Η ομολογία αυτή του μάρτυρος εξόργισε ακόμη περισσότερο τον αυτοκράτορα, ο οποίος έδωσε την εντολή να υποβληθεί ο μάρτυς σε φρικτότερα βασανιστήρια, όταν μάλιστα ομολόγησε με παρρησία ότι στον αγώνα του και στο μαρτύριο του έχει βοηθό και συμπαραστάτη τον ίδιο τον Κύριο. Αμέσως άρχισε ο ανελέητος βασανισμός του γενναίου αθλητού του Χριστού, ο οποίος περιλάμβανε τον διαμελισμό των μελών του σώματός του, το οποίο κατατρυπούσαν με αιχμηρά σίδερα, ενώ άλλοι τον έδερναν στο πρόσωπο. Η καρτερία και η αντοχή που επέδειξε ο Μερκούριος και σ’ αυτά τα σκληρά βασανιστήρια εξαγρίωσαν ακόμη περισσότερο τον θηριώδη τύραννο, ο οποίος πρόσταξε να κρεμάσουν τον μάρτυρα κατωκέφαλα και να προσδέσουν βαριά πέτρα στον τράχηλό του, ώστε να του προξενήσουν αφόρητο πόνο. Αλλά και πάλι με τη χάρη και τη βοήθεια του Κυρίου ο Άγιος υπέμεινε την τρομερή δοκιμασία, γεγονός που εξόργισε τον αυτοκράτορα, ο οποίος διέταξε να λύσουν την πέτρα από τον τράχηλό του και να τον ραβδίσουν ανελέητα με βούρδουλα. Βλέποντας όμως ο μανιακός τύραννος την υπομονή, τη γενναιότητα και το άκαμπτο αγωνιστικό φρόνημα του μάρτυρος, έδωσε την εντολή να τον οδηγήσουν στην Καισάρεια της Καππαδοκίας για να τον αποκεφαλίσουν. Φτάνοντας στον τόπο της θανατικής καταδίκης προσευχήθηκε για τη συγχώρηση των βασανιστών του και ευχήθηκε γι’ αυτούς που θα εορτάζουν τη μνήμη του, να απολαύσουν ουράνια αγαθά από τον Κύριο. Στη συνέχεια έκλινε την τιμία κεφαλή του και οι δήμιοι τον αποκεφάλισαν. Μ’ αυτό τον τρόπο έλαβε από τον Κύριο τον πολυπόθητο στέφανο της αιωνίου δόξας για να συνευφραίνεται αέναα μαζί με τους υπόλοιπους ενδόξους μάρτυρες μέσα στο Βασίλειο της Αγάπης του Θεού.

Ο Άγιος Μερκούριος, ο οποίος τιμάται και γεραίρεται από την Εκκλησία μας ως Μεγαλομάρτυς του Χριστού στις 25 Νοεμβρίου, φέρεται ως αυτός που εκατό χρόνια μετά το ένδοξο μαρτύριό του φόνευσε νεκρός τον Ιουλιανό τον Παραβάτη. Ο ασεβής αυτός αυτοκράτορας εξοργίστηκε, διότι ο συμφοιτητής του, Μέγας Βασίλειος, του πρόσφερε κατά την επίσκεψή του στην Καισάρεια τρία κριθαρένια ψωμιά, από αυτά που έτρωγε και ο ίδιος. Ο Ιουλιανός αισθάνθηκε προσβεβλημένος και έστειλε με τους δούλους του στον Μέγα Βασίλειο χόρτο από το λιβάδι, οργισμένος δε του είπε ότι όταν θα επιστρέψει νικητής από την Περσία, θα κατακάψει την πόλη, θα αιχμαλωτίσει τον λαό της Καισάρειας και θα τιμωρήσει τον ιεράρχη Βασίλειο για την περιφρόνηση που επιδεικνύουν στους προγονικούς θεούς. Ο Μέγας Βασίλειος πρότεινε στον λαό να συγκεντρώσουν χρήματα, χρυσαφικά και πολύτιμους λίθους και να τα ρίξουν στον δρόμο που θα περνούσε ο φιλοχρήματος αυτοκράτορας. Μ’ αυτό τον τρόπο θα κατευναζόταν η καταστροφική του μανία και οργή. Όταν ο Μέγας Βασίλειος πληροφορήθηκε τον ερχομό του Ιουλιανού, συγκέντρωσε τους χριστιανούς σ’ ένα βουνό της Καισάρειας, το οποίο ονομαζόταν Δίδυμο και στο οποίο υπήρχε ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αφού προσευχήθηκαν ένθερμα στην Παναγία, παρουσιάσθηκε σε όραμα η Παναγία με πλήθος Αγγέλων και απευθυνόμενη στους Αγγέλους, είπε να καλέσουν τον Μερκούριο για να πάει να φονεύσει τον εχθρό του Χριστού, ο οποίος είναι ο Ιουλιανός! Εκείνη τη στιγμή ο Μέγας Βασίλειος είδε ότι ήρθε ο μάρτυς Μερκούριος με τα όπλα του και αφού πήρε την εντολή από την Παναγία, έφυγε αμέσως. Μόλις κατέβηκε ο Μέγας Βασίλειος με τους χριστιανούς στην πόλη, πήγε στον ναό του Αγίου μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, όπου φυλασσόταν το ιερό του λείψανο και τα όπλα του. Μόλις μπήκε στο ναό ο Μέγας Βασίλειος, διαπίστωσε έκπληκτος ότι ούτε το λείψανο ούτε τα όπλα του Αγίου υπήρχαν! Αμέσως κατάλαβε ότι το όραμα ήταν αληθινό, αφού δεν άργησε να φτάσει η είδηση ότι ο Ιουλιανός είχε σκοτωθεί. Έτσι με τη χάρη του Παντοδυνάμου Θεού ο Άγιος Μερκούριος φόνευσε ακόμη και νεκρός τον ασεβή αυτοκράτορα Ιουλιανό τον Παραβάτη.

Τα γυμνάσια της γκιοστρας και του τορνεμεν στο Ύστερο Βυζάντιο

Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών ' Λέοντες ' με εξοπλισμό του 15ου αιώνα που χρησιμοποιούνταν και στο Βυζάντιο από τους αριστοκράτες και τους αξιωματικούς.
Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών ‘ Λέοντες ‘ με εξοπλισμό του 15ου αιώνα που χρησιμοποιούνταν και στο Βυζάντιο από τους αριστοκράτες και τους αξιωματικούς.

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά, προπονητή ξιφασκίας, εκπαιδευτή παμμάχου και σπαθασκίας

Κονταρομαχιες αναφέρονται ότι γίνονταν στην Βυζαντινή αυτοκρατορία απο την εποχή του φιλοδυτικου αυτοκράτορα Μανουήλ του Σ’ Κομνηνού. Μετά το 1204μΧ ο Παχυμερης μας αναφέρει στις ‘ Συγγραφικές Ιστορίες ‘ ότι διεξάγονταν κονταρομαχιες σε δύο μόνο περιπτώσεις.
Αργότερα τον 14ο αιώνα ο Νικηφόρος Γρηγοράς στο ‘ Ιστορία Ρωμαϊκή ‘ γράφει ότι την βασιλεία του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ’ του Παλαιολόγου πήρε την πρωτοβουλία και διοργάνωσε αγώνες προς τιμή της γέννησης του γιου του Ιωάννη. Ο Γρηγοράς μάλιστα μας αναφέρει ότι υπήρχαν δύο ειδών αγώνες. Η πρώτη ήταν η ‘ Γκιόστρα ‘ όπου ήταν ατομική κονταρομαχια.
Ενώ ο δεύτερος ήταν ο ‘ Τορνεμεν ‘ . Σε αυτόν οι αγώνες ήταν ομαδικοί. Χωρίζονταν σε δύο μεγάλες ομάδες και ξεκινούσαν να μάχονται με ζεύγη έως ότου μείνει ένας. Αυτοί οι αγώνες ήταν εξαιρετικά βίαιοι γιατί συνεχίζονταν και μετά την ρίψη του αντιπάλου από το άλογο ενώ οι μαχητές χρησιμοποιούσαν διάφορα όπλα, συνήθως βαρδουκια, ρόπαλα, απελατικια και σπαθιά ενώ σχεδόν πάντα κατέληγαν σε μάχη σώμα με σώμα. Επειδή τα γυμνάσια ( όπως τα έλεγαν οι Βυζαντινοί ) ήταν πολύ επικίνδυνοι οι αυλικοί προσπαθούσαν να αποτρέψουν τους αυτοκράτορες και τους πρίγκιπες να λαμβάνουν μέρος σε αυτά. Ωστόσο αυτό ήταν μάταιο γιατί όλοι λάμβαναν μέρος.

Ο Ιωάννης Κατακουζηνός αναφέρει στο ‘ Ιστορίαι Ι ‘ ότι και τα δυο γυμνάσια ήταν Δυτικής προέλευσης. Ο δε Γρηγοράς γράφει:

” οι δη τοις Λατινοις πάλαι επινενοηνται γυμνασιας ένεκα σώματος, οπότε σχολήν αγοιεν των πολεμικών ”

Τον 15ο αιώνα ο Ruy Gonzalez de Glavizo που είχε επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη γράφει στο βιβλίο του, ότι διεξάγονταν αγώνες στον ιππόδρομο.

Ο Γάλλος περιηγητής Berdrandon de la Broquerie παρέστη σε αγώνες κατά την επίσκεψη στην Κωνσταντινούπολη το 1432. Ο Berdrandon ήταν έκπληκτος γιατί οι αγώνες δεν είχαν σχέση με τους αγώνες που γίνονταν στην πατρίδα του. Οι ιππείς με την χρήση ενός κονταριού χτυπούσαν μια σανίδα η οποία ήταν πάνω σε μια δοκο προσπαθώντας να την σπάσουν.

Οι μελετητές του Δυτικού κόσμου υποστηρίζουν ότι ήταν άσκηση για πραγματική μάχη. Ωστόσο υπάρχει και η άποψη ότι οι κονταρομαχιες ήταν ένα άθλημα που διεξάγονταν μόνο για την ευχαρίστηση των αριστοκρατών.
Αυτή η άποψη ενισχύετε διότι σπάνια οι μεσαιωνικοί στρατοί εμπλέκονταν σε κατά μέτωπο επίθεση, και αν γίνονταν ποτέ αυτό οι τακτικές και οι τεχνικές τις κονταρομαχιας χρησιμοποιώντας ελάχιστα έως καθόλου.
Η θέση αυτή βρίσκει εφαρμογή και επιβίωση στην περίπτωση του Βυζαντίου.
Οι κονταρομαχιες που αναφέρονται στο Βυζάντιο συνδέονται με τον αυτοκράτορα και την αυλή του άρα μιλάμε ότι την εξασκούσαν μέλη της αριστοκρατίας ( από τα στοιχεία που έχουμε ). Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγωνίζονταν και άλλοι άνθρωποι εκτός αριστοκρατίας. Επιπλέον οι τακτικές των Βυζαντινών που εφάρμοζε το ιππικό του στον πόλεμο δεν είχαν καμία σχέση με τις κονταρομαχιες ειδικά την περίοδο του 13ου αιώνα. Συνεπώς οι Βυζαντινοί ξεχώριζαν το μαχητικό άθλημα και το σπορ από την εκπαίδευση για την πραγματική μάχη.
Ωστόσο δεν μπορούμε να πούμε ότι οι κονταρομαχιες δεν βοηθούσαν καθόλου τους πολεμιστές. Το θετικό ήταν βοηθούσε να συνηθίσουν τις πανοπλίες και μάχονται με αυτή πάνω σε άλογο και προσομοιωνε αρκετά την πραγματική μάχη όταν άρχισαν να μάχονται σώμα με σώμα αφού όπως λέει ο Γρηγοράς ήταν επικίνδυνες.

Όταν οι Βυζαντινοί συνέτριψαν τους Τεύτονες Ιππότες και τους Φράγκους του Πριγκιπάτου

Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών'Λεοντες' ως Βυζαντινός αξιωματικός. Φέρει καββαδιο στα χρώματα των Παλαιολόγων, φολιδωτό θώρακα, επομυδες και σπαθί δύο χεριών το οποίο ήταν ένα από τα όπλα της Βυζαντινής αριστοκρατίας. Βρίσκεται στη θέση φύλαξης που η Γερμανική σχολή ξιφασκίας την ονομάζει ' άροτρο ' (Γερμ. Pflug ). Οι αριστοκράτες και οι αξιωματικοί του Βυζαντίου στρατού εκπαιδεύονταν στις πολεμικές τέχνες της δυτικής Ευρώπης και την είχαν κάνει μέρος της Βυζαντινής πολεμικής παράδοσης.
Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών’Λεοντες’ ως Βυζαντινός αξιωματικός. Φέρει καββαδιο στα χρώματα των Παλαιολόγων, φολιδωτό θώρακα, επομυδες και σπαθί δύο χεριών το οποίο ήταν ένα από τα όπλα της Βυζαντινής αριστοκρατίας. Βρίσκεται στη θέση φύλαξης που η Γερμανική σχολή ξιφασκίας την ονομάζει ‘ άροτρο ‘ (Γερμ. Pflug ). Οι αριστοκράτες και οι αξιωματικοί του Βυζαντίου στρατού εκπαιδεύονταν στις πολεμικές τέχνες της δυτικής Ευρώπης και τις είχαν κάνει μέρος της Βυζαντινής πολεμικής παράδοσης.

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά, προπονητή ξιφασκίας, εκπαιδευτή παμμάχου και σπαθασκίας

Μωρίας 1320μΧ. Ενώ την ίδια περίοδο στην Μικρά Ασία και στην Μακεδονία τα πράγματα ήταν τραγικά για την αυτοκρατορία των Ρωμαίων, στην Πελοπόννησο τα πράγματα ήταν διαφορετικά λόγω τον άριστων αξιωματικών και των επίλεκτων στρατιωτών. Ο Ρωμαϊκός στρατός είχε πολλαπλές επιτυχίες. Ωστόσο ο διοικητής της Ρωμαϊκής στρατιάς Μιχαήλ Κατακουζηνός πέθανε και την διοίκηση της στρατιάς την πήρε ο Ανδρόνικος Ασάν και ακολούθησε την επιθετική πολιτική του προκατόχου του ενάντια στους Φράγκους τους οποίους τους είχε κατατροπώσει ο Μιχαήλ πριν λίγους μήνες. Έτσι οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Mattegriffon ( Ακοβα ) και την Καρυταινα και πολιορκούσαν το οχυρό του Αγίου Γεωργίου.
Ο Ανδρόνικος ζήτησε από τον διοικητή της φρουράς του οχυρού να παραδοθεί, όμως ο Φράγκος Διοικητής ήταν ανένδοτος. Άλλωστε περίμενε ενισχύσεις από τον Βαιλο Φρειδερίκο Τρογκισιο.

Σύμφωνα με το Libro de Fechos ο Φρειδερίκος έστειλε αγγελιαφόρους για να ειδοποιήσουν τον διοικητή του οχυρού του Αγίου Γεωργίου ότι θα έρθουν. Οι Ρωμαίοι ανιχνευτές όμως έπιασαν τους αγγελιοφόρους και το μύνημα που περίμενε ο διοικητής δεν έφτασε ποτέ. Έτσι νόμιζε ότι ο Φρειδερίκος δεν θα έστελνε στρατό. Έτσι συνθηκολόγησε και παραδόθηκε.

Ο Ανδρόνικος κατέλαβε το οχυρό και μοίρασε το στρατό του όταν έμαθε από τους ανιχνευτές ότι οι Φράγκοι πλησιάζουν. Άφησε ένα μεγάλο αριθμό στρατιωτών στο οχυρό ενώ άφησε τις σημαίες των Φράγκων να κυματίζουν σε αυτό. Τους υπόλοιπους τους έβαλε να προσποιηθουν ότι υποχωρούν μόλις είδαν τους Φράγκους να έρχονται.

Ο Βαιλος νόμιζε όταν το οχυρό κρατούσε ακόμα βλέποντας τις σημαίες των συμμάχων του. Ο Ανδρόνικος Ασάν τότε διέταξε τον στρατό του να κάνει μεταβολή και άρχισε να τους παρατάσει για μάχη. Ο Φρειδερίκος παρέταξε τον δικό αντίκρυ έχοντας στα νότα του την πύλη του οχυρού.

Ο Ανδρόνικος Ασάν τότε διέταξε κατά μέτωπο επίθεση εναντίων των Φράγκων. Αυτό ήταν το σύνθημα και για τους Ρωμαίους που ήταν στο οχυρό. Η Ρωμαϊκή φρουρά του Αγίου Γεωργίου κατέβασε τις σημαίες των Φράγκων και ανέβασε τις Ρωμαϊκές σημαίες με τον χρυσό σταυρό σε πορφυρό φόντο και τα 4 χρυσοκέντητα Β των Παλαιολόγων όπου στο κέντρο φέρει τον δικέφαλο αετό και το Εν Τουτο Νίκα. Ταυτόχρονα οι πύλες άνοιξαν και οι κρυμμένοι Ρωμαίοι καβαλάρηδες επιτέθηκαν στους ιππότες φωνάζοντας την πολεμική κραυγή του στρατού των Παλαιολόγων ‘ Κύριε Ελέησον ‘ !
Οι Φράγκοι ιππότες, οι Τεύτονες Ιππότες και οι σερτζεντοι τους βρέθηκαν ανάμεσα στο σφυρί και στο αμόνι.
Ο αιφνιδιασμός στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία και οι Φράγκοι υπέστησαν συντριπτική ήτα με πολλούς νεκρούς και τραυματίες, ενώ οι υπόλοιποι αιχμαλωτίστηκαν από τους Έλληνες του μεσαίωνα. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο διοικητής των Τευτόνων ιπποτών που ήταν εγκατεστημένοι στο πριγκιπάτο.

Στον Μωριά η ανώτερη Ρωμαϊκή στρατηγική άρχισε να αποδίδει καρπούς.

Η αντεπίθεση της αυτοκρατορίας της Νίκαιας με τον αυτοκράτορα Ιωάννη Βατάτζη

Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών'Λεοντες' ως Βυζαντινός πολεμιστής. Φέρει καββαδιο, φολιδωτό θώρακα, επομυδες, κράνος τύπου bascinet, σπάθη ( παραμηριον ) και ξίφος ( σπαθιον ) .
Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών’Λεοντες’ ως Βυζαντινός πολεμιστής. Φέρει καββαδιο, φολιδωτό θώρακα, επομυδες, κράνος τύπου bascinet, σπάθη ( παραμηριον ) και ξίφος ( σπαθιον ) .

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά, προπονητή ξιφασκίας, εκπαιδευτή παμμάχου και σπαθασκίας

Μετά την πτώση της Βασιλεύουσας από τους Λατίνους το 1204, όλος ο Ελλαδικός χώρος έπεσε στα χέρια των Λατίνων. Η Μακεδονία,η Θεσσαλία, η Στερεά Ελλάδα έπεσαν αμαχητί στα χέρια των δαιμονικών σταυροφόρων. Μόνο ο Σγουρός προσπάθησε να αντισταθεί μαζεύοντας στρατό Ελλήνων από την Πελοπόννησο αλλά απέτυχε. Στα Τέμπη οι σταυροφόροι έκανε παράκαμψη και στις Θερμοπύλες όλος ο στρατός του υποχώρησε μόλις οι Έλληνες στρατιώτες είδαν τους σταυροφόρους. Έτσι οχυρώθηκε στην Ακροκόρινθο όπου μετά από μια θηριώδη πολιορκία το φρούριο έπεσε και μαζί έπεσαν και οι άλλες πόλεις της Πελοποννήσου που ήταν κάτω από την επιρροή του. Τελευταία πόλη που παραδόθηκε ήταν η Μονεμβασιά.

Λίγα χρόνια μετά, το 1222 μΧ ο Ιωάννης Βατάτζης στέφεται Ρωμαίος αυτοκράτορας και παίρνει τα ηνία της αυτοκρατορίας της Νίκαιας στα χέρια του. Λίγο καιρό μετά ξεκίνησε η αντεπίθεση της αυτοκρατορίας.

Ο Ιωάννης ηγήθηκε σε μια τεράστιων διαστάσεων πολεμική αντεπίθεση ενάντια στην Λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Κατάφερε να απελευθερώσει την Δυτική Μικρά Ασία, την Θράκη και την Μακεδονία, επανέφερε την τάξη στην προδοτική Ρόδο, ενώ προσπάθησε να ελευθερώσει την Κρήτη από τις δυνάμεις της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Ταυτόχρονα προσπαθούσε να αμυνθεί εναντίων των Σελτζούκων.

Η βασιλεία του Ιωάννη Βαταζη δεν ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. Τα αδέλφια του πεθερού του ( Θεόδωρος Σ’ Λάσκαρης ) , ο Αλέξιος και ο Ισαάκιος έκαναν τα πάντα για τον ανατρέψουν και του πάρουν τον θρόνο. Έτσι συμμάχησαν με αυτούς που ο αδελφός τους πολεμούσε για χρόνια. Την Λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης. Αυτό έφερε ως επακόλουθο το 1224 να συναντηθούν δύο μεγάλοι στρατοί στην Ποιμανινο. Από την μια ο στρατός των Λατίνων και από την άλλη ο στρατός της αυτοκρατορίας των Ρωμαίων. Στην μάχη που ακολούθησε ο ίδιος ο αυτοκράτορας οδήγησε τον στρατό του. Σύμφωνα με τον Βίο του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμων η μάχη ήταν αμφίρροπη έως ότου ο αυτοκράτορας Ιωάννης μονομάχησε με τον διοικητή των Λατίνων ιπποτών. Οι δύο αρχηγοί συγκρούστηκαν με βία όπου ο Ιωάννης έριξε με το σπαθί του τον Λατίνο ιππότη από το άλογο του και στην συνέχεια τον ποδοπάτησε και τον σκότωσε. Αμέσως μετά ακούστηκε η πολεμική κραυγή των Ρωμαίων ( ο αρχηγός μονάδας ρωτούσε δυνατά ‘ Βοήθει; ‘ και οι στρατιώτες απαντούσαν ‘ ο Θεός ‘ , και μετά ρωτούσε πάλι ‘ Νικάει;’ και οι στρατιώτες απαντούσαν ‘ Ο Σταυρός ‘) και επιτέθηκαν μαζικά στους ιππότες και τους σερτζεντους οι οποίοι βλέποντας τον θάνατο του αρχηγού τους υποχώρησαν άτακτα. Η νίκη αυτή ήταν εξαιρετικά σημαντική αφού άνοιξε τον δρόμο για να επαναφέρει στα χέρια της αυτοκρατορίας πολλά φρούρια και κάστρα που ήταν στην κατοχή των Λατίνων. Σημαντικό ρόλο στις επιτυχίες αυτές είναι πως έκανε κάτι πρότυπο, όλες τις συγκρούσεις και τις πολιορκίες τις έκανε χειμώνα. Με αυτό τον τρόπο παρέλυε την πολεμική τακτική των Λατίνων. Παράλληλα οταν πολιορκούσε κάστρα είχε πάντα μαζί του μηχανικούς όπου κατασκεύαζαν πολιορκητικές μηχανές όπου με αυτές κατάστρεφε τα τείχη και μετά εκαναν έφοδο οι οπλίτες της αυτοκρατορίας. Όσα κάστρα παραδίνονταν χωρίς μάχη επέτρεπε στους ιππότες να φύγουν , αλλιώς όσοι επιβίωναν από την μάχη αιχμαλωτίζωνταν.

Ταυτόχρονα με τον πόλεμο που διεξήγαγε με τους Λατίνους , διεξήγαγε έναν τεράστιων διαστάσεων πόλεμο με τους Σελτζούκους στα σύνορα κάνοντας έναν μεγάλο αμυντικό πόλεμο όπου ήταν νικηφόρος.

Την ίδια περίπου περίοδο σύμφωνα με Λατινικές πηγες οι Έλληνες της Κρήτης επαναστάτησαν ενάντια στους Βενετούς. Ο αυτοκράτορας τότε έστειλε στόλο 33 πολεμικών πλοίων με Τσακονες ( Λακονες ) και Γασμουλους. Οι αυτοκρατορικοί αποβιβάστηκαν και αφού ενώθηκαν με τους επαναστάτες κατάφεραν να ελευθερώσουν πολλά κάστρα και πόλεις, κάπου κόλλησαν στο κάστρο του Βονιφατιου ( Castrum Bonifatii). Εκει ο διοικητής δεν εκτίμησε καλά την κατάσταση και ήρθαν ενισχύσεις Βενετών από τον Χάνδακα. Στην μάχη που ακολούθησε οι Ρωμαίοι υποχώρησαν στα πλοία τους. Ο στολος καταστράφηκε ολοσχερώς ανάμεσα στα Κύθηρα και την Πελοπόννησο.
Το 1234 ένας δεύτερος στόλος εμφανίζεται στην Κρήτη όπου προσπάθησε πάλι να απελευθερώσει το νησί όμως η επιχείρηση απέτυχε παρόλο την βοήθεια που παρείχαν οι Κρήτες τοξότες και σφεντονητες στους αυτοκρατορικούς. Από τότε το σχέδιο απελευθέρωσης της Κρήτης εγκαταλείφθηκε.

Ένα χρόνο πριν, ο διοικητής της Ρόδου Λέοντας Γαβαλάς επαναστάτησε. Ο αυτοκράτορας έστειλε στόλο για να επιφέρει την αποκατάσταση των αρχών στο νησί. Σύμφωνα με τον Ρωμαίο λόγιο Νικηφόρο Βλεμμυδη , οι Ροδίτες βρήκαν καταφύγιο στο κάστρο και οι αυτοκρατορικοί άρχισαν να το πολιορκούν. Στο τέλος δεν κατάφεραν κάτι σημαντικό, έτσι έλυσαν την πολιορκία και λεηλάτησαν όλο το νησί.
Την ίδια χρονιά το 1233 ο Λατίνος αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης εισέβαλε στα εδάφη της αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Επειδή όμως ενα μεγάλο μέρος του στρατού του Ιωάννη ήταν στην Ρόδο , στην Κρήτη και στα σύνορα με τους Σελτζούκους, αποφάσισε να διεξάγει έναν εκ παραδρομής πόλεμο ενάντια στους Λατίνους. Οι ενέδρες , τα χτυπήματα και οι υπεκφυγές των των πολεμιστών των υψιπέδων της Νίκαιας αρχικά πηγεναν καλά έως ότου κατόπιν φρικτής προδοσίας οι Λατίνοι κατέλαβαν τις Πηγές σύμφωνα με τον Ακροπολιτη.
Αυτό δεν κράτησε πολύ αφού την ίδια χρονιά ο Ιωάννης σύναψε συμμαχία με τον βασιλιά της Βουλγαρίας Ιωάννη Ασάν και το 1235 πολιόρκησαν από χήρα και θάλασσα την Κωνσταντινούπολη αφού πρώτα ελευθέρωσαν όλη τη Θράκη από τους Λατίνους. Η Πολη όμως δεν έπεσε γιατί ο Βενετικος στις έφτασε την κατάλληλη στιγμή και έδιωξε τους πολιορκητές. Η συμμαχία των δύο ηγεμόνων έσπασε. Ο Βούλγαρος βασιλιάς συμμάχησε με τον Λατίνο αυτοκράτορα. Ο οποίος λίγους μήνες μετά έσπασε την συμμαχία με τον Λατίνο αυτοκράτορα και επέστρεψε στην πατρίδα του.
Το 1242 ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων επανήλθε και απελευθέρωσε εκ νέου την Θράκη και ένα μεγάλο μέρος της Μακεδονίας αλλά και τη Θεσσαλονίκη που ανήκε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου.
Ενώ ετοιμάζονταν το 1247 για άλλη εισβολή στα εδάφη της αυτοκρατορίας των Λατίνων ,οι Γενοβέζοι εισέβαλαν στην Ρόδο. Τότε ο αυτοκράτορας έστειλε τον Ιωάννη Κατακουζηνο με ελάχιστο στρατό στην Ρόδο. Οι αυτοκρατορικοί κατέλαβαν πολλά κάστρα και οι Γενουάτες οχυρώθηκαν στο κάστρο της πόλης της Ρόδου. Αυτό όμως ανατράπηκε γιατί το Δουκάτο της Αχαΐας έστειλε 100 ιππότες με τους σερτζεντους τους στην Ρόδο για να βοηθήσουν τους Γενουάτες. Οι αυτοκρατορικοί οχυρώθηκαν στο κάστρο Φιλερήμου και έστειλαν αγγελιοφόρο στον αυτοκράτορα.
Σύμφωνα πάλι με τον Ακροπολιτη ,ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε μυστικά τον στρατό του στην Σμύρνη. Με μεταγωγικά πέρασε 300 στρατιώτες του καβαλαρικου ( επίλεκτοι πολεμιστές γόνοι της αριστοκρατίας ) στη Ρόδο με διοικητή τους τον Θεόδωρο Κοντοστεφανο. Ο Κοντοστεφανος είχε οδηγίες απευθείας από τον αυτοκράτορα. Δεν οδήγησε τους άντρες σε κατά μέτωπο επίθεση ενάντια των ιπποτών της Αχαΐας,ούτε πολιόρκησε τους Γενουάτες. Τουναντίον τους άφησε να λεηλατούν τα χωριά με μικρές ομάδες και αφού τους παρακολουθούσε εφορμούσαν ενώ οι ιππότες είχαν πάρει πρώτα την λεία τους. Έτσι τους έκανε βραδείς. Οι Έλληνες δεν έδειξαν κανένα έλεος στους Λατίνους ιππότες, δεν τους αιχμαλώτισαν για να ζητήσουν μετά λύτρα. Τους σκότωσαν όλους. Αντίθετα οι Γενουάτες οσοί παραδόθηκαν αιχμαλωτίστηκαν και είχαν ήπια αντιμετώπιση.

Η εποποιία όμως του αυτοκράτορα Ιωάννη Βατάτζη δεν σταμάτησε εκεί αφού κατάφερε να αποσπάσει εδάφη και από το Δεσποτάτο της Ηπείρου όπου οι πόλεις και τα κάστρα άνοιγαν τις πύλες τους οικειοθελώς.

Η αντεπίθεση του έφερε σταθεροποίηση και εξάπλωση του ‘εξόριστου’ Ρωμαϊκού κράτους.

Η Κρητική Φρουρά της Βασιλεύουσας στο ύστερο Βυζάντιο

Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών'Λεοντες' ως Βυζαντινός πολεμιστής  με εξοπλισμό του 13ου αιώνα που φέρει Λωρικιο αλυσιδωτό θώρακα, ασπίδιο, κράνος τύπου bascinet και σπαθί ιππικού Γερμανικού τύπου.
Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών’Λεοντες’ ως Βυζαντινός πολεμιστής με εξοπλισμό του 13ου αιώνα που φέρει Λωρικιο αλυσιδωτό, ασπίδιο, κράνος τύπου bascinet και σπαθί ιππικού Γερμανικού τύπου.

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά προπονητή ξιφασκίας, εκπαιδευτή παμμάχου και σπαθασκίας

1204 μΧ. Η Κρήτη μετά την άλωση της Βασιλεύουσας στους Φράγκους της 4ης σταυροφορίας έγινε αποικία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Πολλοί Κρήτες άφησαν τον τόπο τους και μετανάστευσαν ως πρόσφυγες στην αυτοκρατορία της Νίκαιας.

Στα τέλη του 13ου αιώνα ένας μεγάλος αριθμός Κρητών είχαν πια εγκατασταθεί στην Μικρά Ασία και ως αντάλλαγμα οι άρρενες υπηρετούσαν στο στρατό της αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Οι Κρήτες στελέχωναν ένα μέρος του ιππικού.
Ο Παχυμερης μας αναφέρει ότι εν μεγάλο μέρος του στρατού του αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β’ ήταν Κρήτες.

Έτσι δημιουργήθηκε και η Κρητική Φρουρά η οποία ήταν μια από τις φρουρές του Ιερού Παλατίου . Το 1422 σύμφωνα με τον Δούκα, ένας άνθρωπος ο ο οποίος λέγονταν Θεολόγος Κόραξ , κατηγορήθηκε ότι απέτυχε να δημιουργήσει πρεσβεία στην αυλή του Μουράτ του Β’. Η Κρητική Φρουρά τον συνέλαβε, τον βασάνιζε και τον τύφλωσε , λίγο αργότερα ο Κόραξ υπέκυψε στα τραύματα του και πέθανε από πολλαπλές μολύνσεις.

Την ίδια χρονιά ο Σουλτάνος των Οθωμανών Μουράτ ο Β’ πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη με τον στρατό του. Ο Δούκας δίνει την ακόλουθη περιγραφή για τους Κρήτες για την εν λόγω πολιορκία : ” Οι Κρήτες ήταν οι πιο πιστοί στρατιώτες της αυτοκρατορίας.”

Το 1452 η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας εξέδωσε διάταγμα όπου άφηνε τους Έλληνες άνδρες πολίτες της Βενετίας που ζούσαν στην Κρήτη να μπορούν να στρατολογούνται από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Αυτό ήταν κάτι πρωτάκουστο και μεγάλο προνόμιο αφού δεν επιτρέπονταν κάτι ανάλογο να γίνεται σε άλλα κράτη έστω και συμμαχικά της Βενετίας, δηλαδή να δίνει ελεύθερα τους μάχιμους άρρενες να στρατολογούνται σε συμμαχικό βασίλειο. Έτσι εκατοντάδες Κρήτες παρουσιάστηκαν ως στρατιώτες ή ως ναύτες στον Ρωμαϊκό στρατό και ναυτικό και τι υπηρέτησαν γενναία ως το τέλος της αυτοκρατορίας.

Δεν ξέρουμε όμως αν το 1453 υπήρχε η Κρητική Φρουρά του Ιερού Παλατίου. Σύμφωνα με το Μεγάλο χρονικό του Γεώργιου Σφρατζη και με χειρόγραφα που βρέθηκαν στο Άγιο Όρος, στις 15 Μαρτίου του 1453 ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Δραγάτση Παλαιολόγου 1000 Κρήτες στρατιώτες υπό τις διαταγές του Μανούσου Καλλικράτη από τα Σφακιά που ήταν ιδιοκτήτης 3 καραβιών και ήταν ο καπετάνιος στο ένα από αυτά. Στα άλλα δύο καπετάνιοι ήταν ο Γρηγόριος Βατσιανος Μανάκης από τα Σφακιά και ο Πέτρος Καρχας από την Κυδώνια. Το 4ο καράβι είχε ιδιοκτήτη και καπετάνιο τον Ανδρέα Μακρή και το 5ο του Νικόλα Στειακου ο οποίος ήταν και ο καπετάνιος. Διοικητής ήταν ο Παυλής Καματερος από την Κισσάμο. Όταν φτάσανε στον Μαρμαρά έγινε ναυμαχία στην οποία βύθισαν πολλά Οθωμανικά πλοία αλλά χάθηκαν δύο Ελληνικά. Όταν υπόλοιπα 3 έφτασαν στην Πόλη ,οι άντρες μοιράστηκαν. Ο καπετάν Παυλής με τους άντρες του φρουρούσαν την Πύλη του Άγιο Ρωμανού μαζί με τις άλλες δυνάμεις, και οι υπόλοιποι πήραν την φύλαξη των 3ων πύργων του Αλεξίου, του Λέοντος και του Βασιλείου. Στις 29 Μάη ο καπετάν Παυλής και οι άντρες του έπεσαν όλοι στη πύλη του Αγίου Ρωμανού. Οι υπόλοιποι αν και η Πόλη είχε αλωθεί συνέχιζαν να πολεμούν. Εντέλει η συνθηκολόγησαν με τον Σουλτάνο και έφυγαν από την Πόλη με τα άρματα τους και την σημαία τους.