“Have the romphaia in long distance”, the guard that the emperor Constantine XI Palaiologos advised the defenders of Constantinople to use in their last battle.

By George E. Georgas, fencing coach, swordsmanship & Pammachon instructor

Translation from Greek language Aggelos Pileidis

https://i0.wp.com/aeginalight.gr/wp-content/uploads/2015/05/img047.jpg?zoom=2

“.. and strong and well prepared. Cover well during the battle your head with shields. Your right (hand) should hold the romphaia in long distance. Your helmets and your breastplates and your iron armaments combined with the weapons we have that our opponents lack, are more than sufficient to protect you in battle. Stand, then, covered inside the walls, because those who are uncovered cannot easily approach.

This is an excerpt from the book of protovestiarites (“Lord of the Imperial Wardrobe”) George Sphrantzes, close confidant to Constantine XI Palaiologos, the last Roman Emperor, translated by G. Theofilos and printed in 1866.

Protovestiarites George Sphrantzes didn’t just hold a high office in the emperor’s court, he was also a warrior proficient in the weapons of his age. Thus, his writings have more credit that the writings of someone unversed in the art of war. Constantine XI Palaiologos, on the other hand, was a warlord that had taken part in countless battles and skirmishes, with a personal guard of 300 German knights.

This is a detail from the book of Johann Jacob von Wallhausens, titled Romanische Kriegskunst, and published in 1616 in Frankfurt, Germany. The author had studied Vegetius, that gave information about the way the Romans were trained in swordsmanship. The same method was used by the Romans in the age of emperor Mauricius and it is the same method emperor Constantine advised the defenders to adopt against their enemies.
This is a detail from the book of Johann Jacob von Wallhausens, titled Romanische Kriegskunst, and published in 1616 in Frankfurt, Germany. The author had studied Vegetius, that gave information about the way the Romans were trained in swordsmanship. The same method was used by the Romans in the age of emperor Mauricius and it is the same method emperor Constantine advised the defenders to adopt against their enemies.

The excerpt presented above is from his last speech before the fall of Constantinople to the Ottomans, and among the advice he gives the defenders of the city, both Roman and foreign, on how to fight their enemies, is the following:

“In battle, cover your heads well with your shields, and with your right hand hold your swords out.”

The use of Langort against Halpschilt (half shield) with sword and buckler, from MS I.33.
The use of Langort against Halpschilt (half shield) with sword and buckler, from MS I.33.

The emperor not only advises about a guard used in battle, he also all but names it, since in German swordsmanship what he describes is called Long Point ‘Langort’ and in Italian swordsmanship ‘Posta Longa’ (in the two-handed sword). A very similar guard is given in an older manual, MS I.33, with sword and buckler, with the same name.

Since the emperor was talking to a multitude of warriors of different nationalities, described it simply so that everyone would understand him. There was no need for further advise, since his objective was not to train his men, all able warriors already, but to steady their resolve.

Here we can clearly see what the emperor advised. The illustration is from the book of Italian fencing instructor Capo Ferro, explaining the technique with sword and rottela type shield. Capo Ferro lived long after Palaiologus, but in his age the shield that was used by ancient Greeks, ancient Romans and the Romans of the East had again become popular.
Here we can clearly see what the emperor advised. The illustration is from the book of Italian fencing instructor Capo Ferro, explaining the technique with sword and rottela type shield. Capo Ferro lived long after Palaiologus, but in his age the shield that was used by ancient Greeks, ancient Romans and the Romans of the East had again become popular.
A different version of the technique with an attack to the lower line, as given by Capo Ferro.
A different version of the technique with an attack to the lower line, as given by Capo Ferro.
The same method of attack, as given by Venetian mercenary and swordsmanship instructor Nicoletto Giganti.
The same method of attack, as given by Venetian mercenary and swordsmanship instructor Nicoletto Giganti.

 

As we can see from this illustration from around 1310-1320 from England, the same method was used in mounted swordsmanship.
As we can see from this illustration from around 1310-1320 from England, the same method was used in mounted swordsmanship.

 

We see the same method in a Byzantine illustration that depicts the Byzantine emperor defeating the Turkish leader.
We see the same method in a Byzantine illustration that depicts the Byzantine emperor defeating the Turkish leader.
The same guard that produces the same technique that the emperor advised from a french book from around 1280-1300.
The same guard that produces the same technique that the emperor advised from a french book from around 1280-1300.
The same guard that produces the same technique that the emperor advised, against a warrior with an almond-shaped shield, possibly Normand, from a french book from 1350.
The same guard that produces the same technique that the emperor advised, against a warrior with an almond-shaped shield, possibly Normand, from a french book from 1350.

All we have to do now is to look to the manuals, like that of German swordsmanship instructor Martin Simber (that had come in contact with Greek swordsmanship instructors) and see how could someone fight from that “romphaia makra esto” (in Greek: Tην ρομφαία μακρά έστω) or Long Point guard, and to test it not only in duels but also in battle simulations involving many “combatants”.

Constantine IX Palaiologos dead from the Marcian Library of Venice, George Clotzas codex
Constantine IX Palaiologos dead from the Marcian Library of Venice, Codex George Clotzas .

Bibliography

  • Άλωσις της Κωνσταντινούπολεος υπό των Τούρκων, του Γεώργιου Φραντζή πρωτοβεστιάριου του τελευταίου αυτοκράτορος των Ελλήνων Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Μετάφραση του Γ.  Θεόφιλου, Αθήνα 1866
  • Codex Speyer by Martin Syber
  • Flos Duellatorum by Fiore dei Liberi
  • Walpurgis Fechtbuch (MS I 33) by Clerus Lutegerus

‘Την ρομφαίαν μακρά έστω’ η θέση φύλαξης που πρότεινε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος να χρησιμοποιήσουν οι υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης στη τελευταία τους μάχη.

Αποτέλεσμα εικόνας για γεώργιος φρατζής

 

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά προπονητή ξιφασκίας, εκπαιδευτή οπλομαχίας & Παμμάχου

 

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Πρωτοβεστιάριου Γεώργιου  Σφρατζή του τελευταίου αυτοκράτορα των Ρωμαίων Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, μετάφραση του Γ. Θεοφίλου που εκτυπώθηκε το 1866.

 

Ο Πρωτοβεστιάριος Γεώργιος Φρατζής εκτός από ανώτερος αξιωματούχος της αυλής του αυτοκράτορα, ήταν και πολεμιστής που γνώριζε την τέχνη των όπλων της εποχής του. Συνεπώς ότι γράφει έχει μια παραπάνω εγκυρότητα από το να το έγραφε κάποιος ο οποίος δεν ήταν γνώστης της τέχνης του πολέμου. Ο δε Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ήταν πολέμαρχος ο οποίος είχε λάβει μέρος σε αναρίθμητες μάχες και συμπλοκές και θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προσωπική του φρουρά που είχε στο Μυστρά ήταν 300 Γερμανοί ιππότες.

 Η γκραβούρα είναι λεπτομέρεια από το βιβλίο του Johann Jacob von Wallhausens, από το βιβλίο του με τίτλο Romanische Kriegskunst, που εκδόθηκε το 1616  στη Φρανκφούρτη της Γερμανίας. Ο συγγραφέας είχε μελετήσει  Vegetius όπου  έδινε πληροφορίες για το πως εξασκούνταν στην οπλομαχία οι Ρωμαίοι. Ίδια μέθοδο χρησιμοποιούσαν και οι Ρωμαίοι την εποχή του αυτοκράτορα Μαυρίκιου και την ίδια μέθοδο συμβούλεψε ο  αυτοκράτορας Κωνσταντίνος να κάνουν οι υπερασπιστές ενάντια στους εχθρούς τους.

Η γκραβούρα είναι λεπτομέρεια από το βιβλίο του Johann Jacob von Wallhausens, από το βιβλίο του με τίτλο Romanische Kriegskunst, που εκδόθηκε το 1616 στη Φρανκφούρτη της Γερμανίας. Ο συγγραφέας είχε μελετήσει Vegetius όπου έδινε πληροφορίες για το πως εξασκούνταν στην οπλομαχία οι Ρωμαίοι. Ίδια μέθοδο χρησιμοποιούσαν και οι Ρωμαίοι την εποχή του αυτοκράτορα Μαυρίκιου και την ίδια μέθοδο συμβούλεψε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος να κάνουν οι υπερασπιστές ενάντια στους εχθρούς τους.

Το απόσπασμα που σας παραθέτω είναι από τη τελευταία του ομιλία πριν την άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς και μέσα σε όλες τις συμβουλές που λέει προς τους υπερασπιστές της Πόλης, Ρωμαίους και ξένους, δίνει μια συμβουλή  για το πως να πολεμήσουν τους εχθρούς τους.

Αν διαβάσετε προσεκτικά το κείμενο ο αυτοκράτορας λέει: ‘Στη συμπλοκή  σκεπάστε τα κεφάλια σας καλά με τις ασπίδες σας, και με το δεξή σας χέρι προτείνετε μακριά το ξίφος σας.

Η χρήση της Langort ενάντια στη Halpschilt (μισή ασπίδα) με σπαθί και ασπίδιο, από το MS I. 33.
Η χρήση της Langort ενάντια στη Halpschilt (μισή ασπίδα) με σπαθί και ασπίδιο, από το MS I. 33.

Ο αυτοκράτορας μας δεν μας δίνει μια θέση φύλαξης που χρησιμοποιείτε στη μάχη αλλά και σχεδόν την ονομάζει αφού στη Γερμανική οπλομαχία η θέση φύλαξης που περιγράφει ονομάζεται μακρύ σημείο ‘Langort’ όπως και στην Ιταλική ‘Posta longa’ (στο ξίφος δυο χεριών). Η ίδια θέση φύλαξης δίνετε σχεδόν ίδια και σε παλαιότερο βιβλίο οπλομαχίας το MS I.33 με ξίφος και ασπίδιο με το ίδιο όνομα.

 

O αυτοκράτορας όμως αφού ομιλούσε σε πλήθος πολεμιστών από διάφορες κοινότητες, το είπε όσο πιο απλά μπορούσε για να το καταλάβουν όλοι.

Παραπάνω συμβουλές δεν μας δίνει αφού στον λόγο του δεν θα εκπαίδευε τους άντρες του, αλλά θα τους εμψύχωνε, άλλωστε όλοι τους ήταν ικανοί πολεμιστές και όλα αυτά τα γνώριζαν καλά.

Εδώ μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα αυτό που συμβούλευε ο αυτοκράτορας. Η γκραβούρα είναι από το βιβλίο του Ιταλού δάσκαλου ξιφασκίας Capo Ferro εξηγώντας τη τεχνική με ξίφος και ασπίδα τύπου rottela. Ο Capo Ferro έζησε πολύ αργότερα από τον Παλαιολόγο, ωστόσο στην εποχή του η ασπίδα αυτή που την χρησιμοποιούσαν τόσο οι αρχαίοι Έλληνες, οι αρχαίοι Ρωμαίοι και οι Ρωμαίοι της ανατολής είχε γίνει πάλι δημοφιλές.
Εδώ μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα αυτό που συμβούλευε ο αυτοκράτορας. Η γκραβούρα είναι από το βιβλίο του Ιταλού δάσκαλου ξιφασκίας Capo Ferro εξηγώντας τη τεχνική με ξίφος και ασπίδα τύπου rottela. Ο Capo Ferro έζησε πολύ αργότερα από τον Παλαιολόγο, ωστόσο στην εποχή του η ασπίδα αυτή που την χρησιμοποιούσαν τόσο οι αρχαίοι Έλληνες, οι αρχαίοι Ρωμαίοι και οι Ρωμαίοι της ανατολής είχε γίνει πάλι δημοφιλές.
Παραλλαγή της με επίθεση στη κάτω γραμμή, όπως την απέδωσε ο Capo Ferro.
Παραλλαγή της με επίθεση στη κάτω γραμμή, όπως την απέδωσε ο Capo Ferro.
Ίδια μέθοδο επίθεσης όπως την απέδωσε ο Βενετός μισθοφόρος και δάσκαλος των όπλων Nicoletto Giganti.
Ίδια μέθοδο επίθεσης όπως την απέδωσε ο Βενετός μισθοφόρος και δάσκαλος των όπλων Nicoletto Giganti.
Η μέθοδο αυτή χρησιμοποιούνταν και σε έφιππη ξιφομαχία όπως βλέπουμε από αυτή τη γκραβούρα που χρονολογείτε το 1310 με 1320 και προέρχεται από την Αγγλία.
Η μέθοδο αυτή χρησιμοποιούνταν και σε έφιππη ξιφομαχία όπως βλέπουμε από αυτή τη γκραβούρα που χρονολογείτε το 1310 με 1320 και προέρχεται από την Αγγλία.
Ίδια μέθοδο βλέπουμε πάλι σε Βυζαντινή γκραβούρα που εικονίζει τον Βυζαντινό αυτοκράτορα να νικάει τον Τούρκο αρχηγό.
Ίδια μέθοδο βλέπουμε πάλι σε Βυζαντινή γκραβούρα που εικονίζει τον Βυζαντινό αυτοκράτορα να νικάει τον Τούρκο αρχηγό.

 

Ίδια φύλαξη που παράγει την ίδια τεχνική που συμβούλεψε ο αυτοκράτορας από βιβλίο του 1280 με 1300 που προέρχεται από την Γαλλία.
Ίδια φύλαξη που παράγει την ίδια τεχνική που συμβούλεψε ο αυτοκράτορας από βιβλίο του 1280 με 1300 που προέρχεται από την Γαλλία.

 

Ίδια φύλαξη που παράγει την ίδια τεχνική που συμβούλεψε ο αυτοκράτορας ενάντια σε πολεμιστή με αμυγδαλόσχιμη ασπίδα ίσος Νορμανδό, από βιβλίο του 1350 που προέρχεται από την Γαλλία.
Ίδια φύλαξη που παράγει την ίδια τεχνική που συμβούλεψε ο αυτοκράτορας ενάντια σε πολεμιστή με αμυγδαλόσχιμη ασπίδα ίσος Νορμανδό, από βιβλίο του 1350 που προέρχεται από την Γαλλία.

Εμείς τώρα δεν έχουμε παρά να ανατρέξουμε πάλι στα βιβλία οπλομαχίας όπως του Γερμανού δάσκαλου των όπλων Martin Simber (που είχε έρθει σε επαφή με Έλληνες δάσκαλους των όπλων) και να δούμε πως μπορεί να ξιφομαχήσει κάποιος από την ‘ρομφαία μακρά έστω’ ή αλλιώς ‘το μακρύ σημείο’ και παράλληλα να τις δοκιμάσουμε σε ‘ξιφομαχία’ με πολλά άτομα και όχι σε μονομαχίες.

 Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος νεκρός Εικόνα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας Κώδικας  Γεωργίου Κλόντζα
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος νεκρός
Εικόνα στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας
Κώδικας Γεωργίου Κλόντζα

Βιβλιογραφία

 

  • Άλωσις της Κωνσταντινούπολεος υπό των Τούρκων, του Γεώργιου Φραντζή πρωτοβεστιάριου του τελευταίου αυτοκράτορος των Ελλήνων Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Μετάφραση του Γ.  Θεόφιλου, Αθήνα 1866
  • Codex Speyer by Martin Syber
  • Flos Duellatorum by Fiore dei Liberi
  • Walpurgis Fechtbuch (MS I 33) by Clerus Lutegerus

 

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΟΠΛΟΜΑΧΙΑΣ – Φιλοσοφία και πνευματικότητα του ελληνορωμαϊκού τρόπου μάχεσθαι με βάση τα «Στρατηγικά» και «Τακτικά».

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΝΔΟΥΛΑΚΗΣ

«[…] Αν είσαι από εκείνους που δεν χρειάζονται την συμβουλή άλλου, κάνε τα πάντα χωρίς να γνωρίζει κανείς. Γιατί ο στρατηγός που δεν έχει ανάγκη την συμβουλή κανενός, είναι ισάξιος ολόκληρου του στρατεύματος. Τέτοιος ήταν ο Πύρρος ο Ηπειρώτης και ο Αννίβας ο Καρχηδόνιος, αν και μετά τις θαυμαστές εκείνες στρατηγίες τους βρήκαν κακό τέλος, αν και, έχω τη γνώμη όχι από δικό τους σφάλμα, αλλά από θέλημα του Θεού (σ.σ. για την αλαζονεία τους). Και ποιος δεν θα θαυμάσει τ’ ανδραγαθήματα του Σκιπίωνα του νεότερου, αποτέλεσμα της ορθοφροσύνης τους, όπως και τους αγώνες του Βελισαρίου και άλλων πολλών, που τους γνωρίζουν οι φιλομαθείς;». («Στρατηγικό» Κεκαυμένου).

Ο άνθρωπος, από τις αρχέγονες βιολογικές καταβολές του, έχει έμφυτο το ένστικτο της επιβίωσης και της επιθετικότητας. Καθότι όμως ως έμψυχο ον έχει εξελιχθεί από την κτηνώδη κατάσταση του άγριου ζώου, η μάχη και ο πόλεμος δεν είναι πλέον μέρος της καθημερινότητας του ανθρώπου, ο οποίος όταν πράγματι καλείται να πολεμήσει, βρίσκεται αμέσως αντιμέτωπος με δύο βαθειά, θεμελιώδη διλήμματα. Το πρώτο, πώς θα αφαιρέσει τη ζωή κάποιου άλλου ανθρώπου και το δεύτερο πώς πρέπει να συμπεριφερθεί για να εξασφαλίσει την δική του επιβίωση.

Δεδομένου ότι είναι πάντα μικρή η μειοψηφία εκείνων των ανθρώπων που διακατέχονται από εγκληματική, δολοφονική ψυχοσύνθεση, το ανωτέρω δίλημμα είναι σε κάθε εποχή επίκαιρο, για κάθε φυσιολογικό άνθρωπο που καλείται να αντιμετωπίσει καταστάσεις ζωής και θανάτου.

Η συνάφεια των ανωτέρω με την βυζαντινή σπαθασκία και οπλομαχία έγκειται στο ότι στις μέρες μας είναι μεν ένα άθλημα, αλλά ταυτόχρονα και μία πολεμική τέχνη, η οποία αφορά τον τρόπο που μάχονταν οι στρατιώτες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την στρατηγική-τακτική σκέψη των στρατηγών της.

Σε συνέχεια του παραπάνω διλήμματος για την ζωή και τον θάνατο, κομβικής σημασίας για κάθε άνθρωπο είναι το ζήτημα του δικαίου στον πόλεμο, πολλώ δε μάλλον για την χριστιανική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης.

Για να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος τα διλήμματα αυτά έχει ανάγκη από ένα πνευματικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο, το οποίο θα του επιτρέπει να πολεμά χωρίς να γίνεται εγκληματίας και χωρίς να χάνει την συναίσθηση και το νόημα του δικαίου. Αυτό ακριβώς το στοιχείο δηλαδή, που ξεχωρίζει έναν πολιτισμένο άνθρωπο από έναν βάρβαρο.

Αναζητήσαμε, λοιπόν, τα βασικά χαρακτηριστικά του πνεύματος και της ιδεολογίας που προσδιόριζε την προσέγγιση των ζητημάτων αυτών στην ελληνοχριστιανική Αυτοκρατορία, μέσα από τα κείμενα των «Στρατηγικών» και των «Τακτικών». Τα ιστορικά αυτά κείμενα συνιστούν, προφανώς, εγχειρίδια στρατηγικής και όχι μονομαχίας ή ατομικής πολεμικής τέχνης. Εντούτοις, όπως ο Clausewitz, (ο οποίος είναι ο πρώτος σοβαρός μετά-μεσαιωνικός Ευρωπαίος στρατηγιστής που εμπνεύστηκε και μιμήθηκε, για το μνημειώδες έργο του από αυτά ακριβώς τα στρατηγικά συγγράμματα των Ελλήνων αυτοκρατόρων), έχει πολύ εύστοχα διατυπώσει, «ο πόλεμος δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μονομαχία δύο δρώντων σε μεγάλη κλίμακα». Επομένως οι βασικοί κανόνες της στρατηγικής και τακτικής στον ευρύτερο πόλεμο μεταξύ στρατών ισχύουν και εφαρμόζονται απαράλλακτα και σε μία ατομική πολεμική τέχνη.

Για τον σκοπό της έρευνάς μας, ανατρέξαμε στα σωζόμενα βυζαντινά «Στρατηγικά» και «Τακτικά», τα οποία σήμερα είναι τέσσερα, αλλά αποτελούν μονάχα ένα θραύσμα της πληθώρας από παρόμοια συγγράμματα και εγχειρίδια στρατηγικής, στην συγγραφή των οποίων, από την εποχή του Βεγέτιου (De Re Militari), με ιδιαίτερη έφεση καταγίνονταν αυτοκράτορες και στρατηγοί της αρχαίας Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης. Αυτό βεβαιώνεται από τα ίδια τα συγγράμματα αυτά και τις συνεχείς αναφορές και παραπομπές τους σε «άλλους συγγραφείς».

Για την μοναδική ιδιοφυΐα της βυζαντινής υψηλής στρατηγικής έχουν ήδη καταπονηθεί σοβαρές και εκτεταμένες μελέτες από καταξιωμένους νεότερους και σύγχρονους ακαδημαϊκούς, επομένως θα παραπέμψουμε απευθείας σε αυτούς[1], όσον αφορά την στρατηγική, τακτική και διπλωματία που επί χιλιετίας εφάρμοζαν οι Αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης ώστε να αντεπεξέλθουν, από θέση άμυνας, το πλήθος των αλλεπάλληλων και – σχεδόν πάντοτε – ισχυρότερων εξωτερικών επιδρομέων. Εν προκειμένω θελήσαμε να προχωρήσουμε, ίσως, λίγο παραπέρα και να μελετήσουμε τα κείμενα αυτά ψηλαφώντας τα στοιχεία εκείνα που δηλώνουν μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, η οποία συναντάται κοινή μέσα στα τέσσερα αυτά συγγράμματα και αναδεικνύει ένα ξεχωριστό μοντέλο τακτικής που μπορεί να εφαρμοστεί στις πολεμικές τέχνες.

Θα αναρωτηθεί ενδεχομένως κανείς, ότι τα «Στρατηγικά» και «Τακτικά» είναι θεωρητικά συγγράμματα για την στρατιωτική τέχνη και την διπλωματία, αλλά δεν αφορούν σε τεχνικές πολεμικής τέχνης. Είναι πράγματι αλήθεια ότι σε αντίθεση με την δυτικοευρωπαϊκή ιστορική μεσαιωνική σπαθασκία που βασίζεται σε πρωτογενείς γερμανικές και ιταλικές πηγές, δεν υπάρχει εγχειρίδιο της «βυζαντινής», τουτέστιν της ελληνορωμαϊκής πολεμικής τέχνης, όχι μόνο για την μεσαιωνική περίοδο αλλά ούτε για την αρχαία. Όσον αφορά το ζήτημα των πηγών και το εγχείρημα της ιστορικής εμπειρικής αναπαραγωγής στο σήμερα, μιας χαμένης στα βάθη αιώνων πολεμικής τέχνης, έχει ήδη καταπονηθεί σημαντικός αριθμός μελετών τα τελευταία χρόνια, όπως ενδεικτικά εδώ (www.medievalswordmanship.wordpress.com), εδώ (www.medievalswordmanship.wordpress.com) και εδώ (www.christoikoumeni.blogspot.gr).

Παρόλα αυτά, μια πολεμική τέχνη δεν απαρτίζεται μονάχα από εξωτερικά χαρακτηριστικά, δηλαδή μια σειρά από τα ιδιαίτερα όπλα που χρησιμοποιεί (και εφόσον πρόκειται για ιστορική πολεμική τέχνη από τα ιστορικά όπλα) και τις διακριτές τεχνικές που εφαρμόζει. Ούτως ή άλλως έχει ήδη κατοχυρωθεί ότι η βυζαντινή οπλομαχία διαθέτει και τα δύο παραπάνω χαρακτηριστικά. Το χαρακτηριστικό, όμως, εκείνο που κάνει μια πολεμική τέχνη να ξεχωρίζει περισσότερο από τις άλλες είναι η θεωρία της. Μια ιδιαίτερη φιλοσοφία και ένα ξεχωριστό πνεύμα που την διακατέχουν και αυτό είναι που ανατρέξαμε να ανακαλύψουμε στις πηγές για την βυζαντινή οπλομαχία και παρουσιάζουμε εδώ.

«Μια πολεμική τέχνη πρέπει να είναι προϊόν έρευνας ανθρώπων που έχουν επιζήσει σε μάχη. […] Είμαστε αρκετά τυχεροί, διότι στην εποχή μας σώζονται, σαν αρχαιολογικό και ιστορικό αρχείο, οι απόψεις και οι μέθοδοι αρχαιότερων πολιτισμών και λαών, τόσο για τα αθλήματα μονομαχίας (όπως η πάλη υποταγής), όσο και για τις πολεμικές τέχνες τις ίδιες. Το αρχείο αυτό είναι σημαντικό γιατί εκφράζει τις απόψεις ανθρώπων που συμμετείχαν σε μάχη δια μέσω των αιώνων, και έτσι γνώριζαν καλώς το τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια της. Επίσης σημαντικότατο είναι ότι οι πολεμικές τέχνες που τεκμηριώνονται σε αυτό το αρχαιολογικό και ιστορικό αρχείο παρουσιάζουν τρομερή ομοιότητα μεταξύ τους, που δεν είναι τυχαίο γεγονός. Οι αρχαίοι λαοί, καθώς και οι κοινωνίες του μεσαίωνα, αλλά και αυτοί της αναγέννησης, επέλεγαν σαφέστατα το τι είχε πραγματική αξία στη μάχη – η μόδα στις πολεμικές τέχνες είναι κατάλοιπο εποχών ειρήνης, και όχι πολέμου» (Κώστας Δερβένης, medievalswordmanship.wordpress.com ). Οι διαπιστώσεις αυτές ισχύουν στο έπακρον για τα τέσσερα σωζόμενα βυζαντινά Στρατηγικά και Τακτικά, οι συγγραφείς των οποίων ήταν όλοι εμπειρότατοι στρατιωτικοί, «ψημένοι» στις μάχες και τους πολέμους της εποχής τους.

Στην παρούσα μελέτη θα αναλυθούν τρεις βασικοί άξονες έρευνας:

Α) Τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πνεύματος και της τακτικής της βυζαντινής-ρωμέικης θεωρίας πολέμου, όπως αυτά συναντώνται κοινά και στα τέσσερα σωζόμενα Στρατηγικά-Τακτικά. Το πνεύμα και η τακτική αυτή εφαρμόζεται πλήρως στην βυζαντινή οπλομαχία.

Β) Ότι η βυζαντινή θεωρία πολέμου, όπως αναδεικνύεται μέσα από τα Στρατηγικά-Τακτικά, περιλαμβάνει και βασίζεται στην διαδοχική κλιμάκωση της βίας με σκοπό την άμυνα (μάχη απεμπλοκής, μάχη υποταγής, μάχη επιβίωσης), άρα αποτελεί πρακτική ενσάρκωση και εφαρμογή του παμμάχου

(http://www.pammachon.gr/index.php/el/)[2].

Γ) Θα αναδείξουμε πώς η διακριτή και μοναδική θέση φύλαξης «πρόκωπον» της ελληνορωμαϊκής-βυζαντινής οπλομαχίας ενσαρκώνει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά γνωρίσματα της τακτικής της πολεμικής αυτής τέχνης.

Α) ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΡΩΜΕΪΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΗΣ:

-Θεοσέβεια:

Τα Στρατηγικά-Τακτικά, είναι κείμενα, αναμφισβήτητα, αμιγώς κοσμικά. Όλοι όμως οι συγγραφείς ξεκινούν και τελειώνουν με την επίκληση της Αγίας Τριάδας και την εύνοια της Θείας Πρόνοιας για την επικράτηση στην μάχη και τον πόλεμο. Χαρακτηριστικό της θρησκευτικής ιδιοσυγκρασίας των ανθρώπων της εποχής εκείνης είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Κεκαυμένου:

«Όταν βρεθείς εκτός υπηρεσίας και δεν ασχολείσαι με στρατιωτικές υποθέσεις, να διαβάζεις και βιβλία και ιστορίες και τα βιβλία της εκκλησίας. Και να μην πεις: «τι ωφελούν τον στρατιωτικό τα δόγματα και τα εκκλησιαστικά βιβλία;» Στην πραγματικότητα πολύ θα ωφεληθείς. Κι αν προσέξεις καλά θα κερδίσεις από αυτά, όχι μόνο δόγματα και ψυχωφελή διηγήματα, αλλά και γνωμικά, τόσο ηθικά όσο και στρατηγικά, γιατί σχεδόν όλη η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη στρατηγικά ζητήματα» («Στρατηγικόν» Κεκαυμένου, σελ. 82).

«Η εκτέλεσις των θρησκευτικών καθηκόντων να είναι πρώτιστο μέλημά σου. Περισσότερο […] όταν πρόκειται να αρχίσεις τον πόλεμο» («Τακτικά» Λέοντος Στ’ Σοφού, β’ τόμος, σελ. 239).

Εξάλλου, είναι γνωστό ότι ένα από τα πλέον αγαπητά λαϊκά αναγνώσματα σε όλη την υπερχιλιετή διάρκεια της βυζαντινής εποχής ήταν τα έπη του Ομήρου, τα οποία βρίθουν από αναφορές για την θεϊκή παρουσία και ανάμιξη στην μάχη. Οι συγγραφείς των Στρατηγικών-Τακτικών αφενός διατηρούν το ύφος της γραφής τους πρακτικό, λιτό, συχνά κυνικό και καταδικάζουν, ως ολέθριο για τον Στρατηγό, κάθε είδος δεισιδαιμονίας ή πίστης σε «μαγικές» λύσεις και θείες επεμβάσεις στον πόλεμο. Αφετέρου όμως, η θρησκευτική ευλάβεια και η θεοσέβεια, εμφανίζονται σε καίρια σημεία του κειμένου, τηρώντας την απόλυτη «χρυσή τομή» του μέτρου που εκφράζει ο κανόνας του «συν Αθηνά και χείρα κίνει».

«Συμβουλεύουμε επομένως τον στρατηγό, προπάντων να αγαπάει τον Θεό και να μεριμνά για την δικαιοσύνη και ακολούθως να σπεύδει να προσλάβει την εύνοια του Θεού. […] Ακριβώς όπως ο καραβοκύρης, και ο άριστος ακόμα, που όταν οι άνεμοι δεν πνέουν αισίως άχρηστη είναι η τέχνη του, όταν όμως τους έχει με το μέρος του, με την σύμπραξη της τέχνης, στο διπλάσιο τον πλου του πλοίου εξασφαλίζει. Έτσι και ο στρατηγός ο άριστος: οχυρωμένος όταν είναι με την εύνοια του Θεού και εφόσον ασκεί ακατάπαυστα την Στρατιωτική Τέχνη και την Στρατηγική, και τον στρατό που του έχουμε εμπιστευθεί με ασφάλεια διοικεί και στα ποικίλα σχέδια δράσης των εχθρών αντεπεξέρχεται. Η μεν Θεία Πρόνοια προσχεδιάζει το συμφέρον, οι δε αποτελούν τα σωστά βήματα προς το αίσιο τέλος». («Στρατηγικόν» Μαυρικίου, σελ. 40-41).

Επομένως ο Στρατηγός είναι απολύτως υπεύθυνος για τις δικές του πράξεις και τα στρατιωτικά του καθήκοντα. Ο Θεός δεν μπορεί, ούτε πρόκειται ποτέ να επέμβει για να διορθώσει ένα ανθρώπινο λάθος. Η Θεία Πρόνοια όμως θα ενεργήσει, όπως πολύ εύστοχα παρομοιάζει ο συγγραφέας αυτοκράτορας, σαν τον ούριο άνεμο στα πανιά ενός καραβιού.

Ακριβώς παρόμοιες συναινέσεις παρέχει και ο Λέοντας Στ’ Σοφός στο δικό του σύγγραμμα, ο οποίος επιπλέον καταδικάζει την πίστη σε προλήψεις και δεισιδαιμονίες που τόσο διαδεδομένες ήταν την εποχή εκείνη («Τακτικά», β’ τόμος , σελ. 251).

-Σωφροσύνη και Σύνεση:

Ο Στρατηγός φροντίζει στο έπακρο για την φυσική κατάσταση και την υλική αρτιότητα του στρατού του. Όλοι οι συγγραφείς των Στρατηγικών-Τακτικών δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην σημασία του σωστού εξοπλισμού και της συντήρησής του. Έτσι τονίζουν ότι και η τελευταία λεπτομέρεια μπορεί να παίξει κομβικό ρόλο στην μάχη (όπως π.χ. να έχουν φροντίσει οι στρατιώτες να έχουν δερμάτινα σκεπάσματα για την προστασία των όπλων και κυρίως των τόξων από την βροχή ή να έχουν φροντίσει για την έτοιμη κατάσταση των υποζυγίων και των αλόγων σε περίπτωση που χρειαστεί να τραπούν σε υποχώρηση).

Οι συγγραφείς των Στρατηγικών-Τακτικών έχουν επίσης πλήρη επίγνωση της σημασίας των αριθμών και της ισχύος στον πόλεμο και ο Στρατηγός πρωτίστως επιδιώκει να συγκεντρώσει όσο το δυνατόν πολυπληθέστερο και ικανότερο σε φυσική κατάσταση στράτευμα. Εντούτοις, και επειδή όπως η ιστορία απέδειξε, όσο μεγάλα σε αριθμό και αν ήταν τα ρωμαϊκά-βυζαντινά στρατεύματα σχεδόν πάντοτε βρίσκονταν αντιμέτωπα με ακόμα πολυπληθέστερους αντιπάλους, ο σωστός Στρατηγός πρέπει πάντα να έχει στο νου του το πάθημα του στρατηγού Βάρρου στον Μέλανα Δρυμό, εκείνο των Κράσσων στην μάχη της Χαρράν ή εκείνον του αυτοκράτορα Ουάλη στην Αδριανούπολη. Να γνωρίζει δηλαδή ότι οφείλει πάντα να πορεύεται με σύνεση και να μην υπερεκτιμά ποτέ την ισχύ και την τύχη του και ότι, για αυτό ακριβώς, η ασφαλέστερη οδός είναι να επιδιώκει πάντοτε να επικρατήσει με κάποιο τέχνασμα ή δόλια εξαπάτηση του εχθρού και όχι σε κατά μέτωπο μάχη.

Σύλλογος “Κορύβαντες”

-Πραότητα και Νηφαλιότητα:

Ο θυμός, η οργή και οι βιαστικές εν θερμώ αποφάσεις στην μάχη είναι ο πιο σύντομος και βέβαιος δρόμος προς την καταστροφή. Οι συγγραφείς των Στρατηγικών-Τακτικών επανειλημμένως και με ποικίλους τρόπους τονίζουν την σημασία της πραότητας που πρέπει να διακατέχει τον χαρακτήρα του καλού Στρατηγού. Νηφάλια και με προσοχή πρέπει ο Στρατηγός να κρίνει τόσο τα εσωτερικά ζητήματα που αφορούν εντός του στρατεύματός του, όσο και τις εξωτερικές απειλές των εχθρών. Το ολέθριο λάθος, από μια βιαστική απόφαση, χωρίς να έχει αποκτήσει ο Στρατηγός πλήρη εικόνα των μεταβλητών μιας κατάστασης, περιμένει πάντα στην γωνία. Το ίδιο ισχύει στο έπακρο για κάθε πολεμιστή και μονομάχο.

-Δραστήριος και επιμελής:

«Ο στρατηγός σαν επιθυμεί την ειρήνη είναι πάντοτε έτοιμος για πόλεμο. Γιατί τους ετοιμοπόλεμους είναι που φοβούνται περισσότερο οι βάρβαροι» («Στρατηγικόν» Μαυρικίου, σελ. 164).

«Στρατηγός ο οποίος επιθυμεί ειρήνη πρέπει να είναι καλώς προετοιμασμένος για πόλεμο». («Τακτικά» Λέοντα Στ. Σοφού, σελ. 255 β’ τόμος).

Ο Στρατηγός λοιπόν δεν επιδιώκει μεν τον πόλεμο ούτε προκαλεί τους εχθρούς με παράτολμες και ριψοκίνδυνες ενέργειες. Αυτό, όμως, σε καμμία περίπτωση δεν συνεπάγεται ότι θα μείνει άπραγος, θα αδρανήσει και θα αμελήσει τα στρατιωτικά καθήκοντα της άμυνας και της αποτροπής.

Ακούραστα ο Στρατηγός και ο πολεμιστής πρέπει να φροντίζουν και για την τελευταία λεπτομέρεια των πραγμάτων του πολέμου και της μάχης. Οφείλουν επίσης να είναι σε μόνιμη επιφυλακή για αιφνίδιες και απρόβλεπτες κινήσεις του εχθρού.

-Άσκηση στην πολεμική τέχνη και καλός εξοπλισμός:

«Λίγους ανέδειξε ως ανδρείους η φύση, αλλά πολλούς έκανε άξιους η επιμέλεια και η άσκηση» («Στρατηγικόν» Μαυρικίου, σελ. 158).

«Όσο πιο ευπαρουσίαστος ως προς τον οπλισμό του είναι ο στρατιώτης τόσο πιο πρόθυμος γίνεται ο ίδιος και πιο δειλοί οι εχθροί του» («Στρατηγικόν» Μαυρικίου, σελ. 45-46).

«Ποτέ να μην οδηγούνται στρατιώτες στη μάχη αν πρώτα δεν έχουν επαρκή εμπειρία σε πράξεις ανδρείας» («Στρατηγικόν» Μαυρικίου, σελ. 158).

«Οι στρατιώτες που μοχθούν κατά την εκγύμναση προοδεύουν στην ανδρεία. Όταν, δε, τεμπελιάζουν, καθίστανται νωθροί και περισσότερο αδύναμοι. Για τούτο θα φροντίσεις να μην αδρανούν αυτοί, αλλά να πραγματοποιούν κοπιαστικές ασκήσεις, όπως εκθέσαμε προς εσένα και σε άλλα σημεία» («Τακτικά» Λέοντος Στ’ Σοφού, β’ τόμος, σελ. 241).

Για τους συγγραφείς των Στρατηγικών-Τακτικών το Α και το Ω στον πόλεμο είναι ζήτημα σωστού εξοπλισμού και συνεχούς, επίπονης εκπαίδευσης στην πολεμική τακτική και τους σχηματισμούς της μάχης. Για αυτό άλλωστε τα κεφάλαια που είναι αφιερωμένα στην περιγραφή των παραπάνω καταλαμβάνουν το ήμισυ σχεδόν του περιεχομένου των έργων του Μαυρικίου και του Λέοντα.

Η ατομική ικανότητα στην πρόσωπο με πρόσωπο μονομαχία, είναι μηδαμινά ασήμαντη, διότι αφενός ο χώρος της μάχης μέσα σε φάλαγγα είναι ασφυκτικά περιορισμένος και δεν επιτρέπει κάτι παραπάνω από απλά κτυπήματα στα ανοίγματα του αντιπάλου και αφετέρου ένας επαγγελματικός στρατός του επιπέδου του ρωμαϊκού-βυζαντινού βασίζεται αυστηρά στην τακτική και την πειθαρχία. Αυτό συνεπάγεται ότι αν συμβεί έστω και ένα μόνο λάθος στον προκαθορισμένο σχηματισμό της μάχης, αν έστω και ένας ελιγμός της φάλαγγας δεν εκτελεστεί σωστά, όλη η μάχη μπορεί να χαθεί από αυτήν την λεπτομέρεια.

Η τακτική και η πειθαρχία, και όχι η ατομική γενναιότητα, ικανότητα και η σωματική δύναμη, είναι τα βασικά θεμέλια της ρωμέικης θεωρίας πολέμου και ασφαλιστικές δικλείδες που εξασφαλίζουν τον Στρατηγό απέναντι σε κάθε απρόοπτη τροπή του πολέμου και της μάχης. Διότι ακόμα και ο πιο δειλός έχει έμφυτο μέσα του ένστικτο της επιβίωσης. Και ενώ λόγω δειλίας η πρώτη φυσική του αντίδραση απέναντι στον κίνδυνο μπορεί να είναι η φυγή, με την σωστή εκπαίδευση μέσα σε πολυπληθή πολεμική παράταξη, ακόμα και ο δειλός μαθαίνει να δίνει στον φόβο του άλλη διέξοδο από την φυγή.

Γράφει χαρακτηριστικά ο Μαυρίκιος, για την συνεχή και επίπονη άσκηση, κάτι πολύ ενδιαφέρον, για όσους ασχολούνται με πολεμικές τέχνες:

«Αυτοί πρέπει να ξέρουν ότι οι αθλητές και οι ηνίοχοι και οι άλλοι, που αγωνίζονται για την ευχαρίστηση […] καταβάλλουν τόσο μόχθο και υφίστανται τόση κούραση: ότι διατρέφονται λιτά και ασκούνται ασταμάτητα για να μπορέσουν να μάθουν ποιες κινήσεις βλάπτουν τους αντιπάλους και τι να προσέχουν στις κινήσεις που επιχειρούν οι αντίπαλοι και πώς να εξουδετερώνουν τις λαβές. Πόσο μάλλον εμείς εδώ, που το σφάλμα μας αμέσως επιφέρει το θάνατο […] πρέπει να ασκούμεθα στις ασκήσεις του σχηματισμού συνεχώς» («Στρατηγικόν» Μαυρικίου, σελ. 111).

Όπως, άλλωστε, ο Λέοντας Στ’ ο Σοφός εξηγεί, η πολεμική τέχνη είναι «εθισμός», δηλαδή ο στρατιώτης μέσω της συνεχούς και εντατικής επανάληψης των πολεμικών τεχνικών και των ελιγμών της πολεμικής παράταξης εθίζεται, μαθαίνει να αντιδρά αυτόματα με συγκεκριμένο τρόπο στον άμεσο κίνδυνο. Η συνεχής εκπαίδευση και επανάληψη των ασκήσεων στην τακτική της μάχης θα προσδώσουν στον στρατιώτη που τις συνηθίσει, ώστε να του γίνουν δεύτερη φύση (αυτοματοποίηση κινήσεων, μυϊκή μνήμη κ.ο.κ.), την απαραίτητη άνεση να τις εκτελέσει στην ώρα της πραγματικής μάχης.

Ακόμα και όταν ο στρατός βρίσκεται σε πορεία μπορεί και πρέπει, σύμφωνα με τα Στρατηγικά-Τακτικά να εκτελεί, εν κινήσει, ασκήσεις σε ελιγμούς μάχης.

Ούτε η ατομική φυσική δύναμη, ούτε η έμφυτη ατομική γενναιότητα και τολμηρότητα, ούτε η ισχυρή ή ασθενής σωματική διάπλαση, ούτε το πλήθος των αριθμών είναι αυτά που μετρούν στον πόλεμο. Για την ελληνορωμαϊκή πολεμική τέχνη, το Α και το Ω είναι η συνήθεια και η πειθαρχία της παράταξης που πρέπει ο Στρατηγός να έχει εκ των προτέρων φροντίσει. Αυτά θα κάνουν και τον πιο αδύναμο και δειλό στρατιώτη να αποκτήσει θάρρος την ώρα της μάχης, γιατί θα ξέρει εκ των προτέρων τι να κάνει. Έτσι, ο ελεύθερος χρόνος του Στρατηγού και των στρατιωτών του είναι μόνο χρόνος για συνεχή γυμνάσια και πολεμικές ασκήσεις.

Osprey Publishing, “Byzantine Cavalryman c. 900 – 1204”

-Στρατηγήματα, Τεχνάσματα, Ενέδρες και εξαπάτηση του εχθρού – Η πεμπτουσία της βυζαντινής πολεμικής τέχνης:

«Η απάτη πολλές φορές ωφελεί στη μάχη» («Στρατηγικόν» Μαυρικίου, σελ. 158).

«Ανδρείος είναι ο στρατηγός που προσαρμόζει τις τακτικές του στην περίσταση και στη μάχη» («Στρατηγικόν» Μαυρικίου, σελ. 159).

«Πλειστάκις η προσποίηση ωφέλησε πολύ τον στρατηγό» («Στρατηγικόν» Μαυρικίου, σελ. 166).

«Πρέπει ο στρατηγός να ενεργεί όπως ο καλός παλαιστής: να κάνει ότι δήθεν θα ενεργήσει κάτι, για να εξαπατήσει τον αντίπαλο και να επιχειρήσει στην ώρα του το ενδεδειγμένο και έτσι θα επικρατήσει στην μάχη» («Στρατηγικόν» Μαυρικίου, σελ. 166).

Δεν είναι τυχαίο ότι η έννοια της στρατηγικής και της τακτικής γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα από τον στρατηγό Μιλτιάδη στη μάχη του Μαραθώνα. Μέχρι και τότε ο πόλεμος ήταν ζήτημα αριθμών και ωμής ισχύος: όποιος είχε τον πολυπληθέστερο στρατό, αναπόφευκτα, υπερίσχυε στο πεδίο της μάχης. Η στρατηγική και η τακτική, επομένως, είναι το όπλο που, εμπνευσμένοι από το ένστικτο της επιβίωσης, εφηύραν οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι ανέκαθεν ήταν αναγκασμένοι να πολεμούν απέναντι σε ισχυρότερους και πολυπληθέστερους εχθρούς και – σχεδόν πάντα – από θέση άμυνας.

Ανέκαθεν οι κάτοικοι της γεωγραφικής αυτής περιοχής ήταν αναγκασμένοι να πολεμούν με περιορισμένους πόρους (υλικούς και έμψυχους) και να επιδιώκουν στον πόλεμο την οικονομία φυσικών πόρων, δυνάμεων και ανθρώπινου και υλικού δυναμικού.

Η στρατιωτική αυτή τέχνη και τακτική, αν και εφευρέθηκε και εγκαινιάστηκε από τους αρχαίους Έλληνες, τελειοποιήθηκε στον απώτερο βαθμό από τους Στρατηγούς της Αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης-Κωνσταντινούπολης.

Έτσι οι συγγραφείς των Στρατηγικών-Τακτικών, της βυζαντινής πλέον περιόδου, αν και διαθέτουν (και πασχίζουν ώστε να συνεχίζουν να διαθέτουν) τον πλέον εξελιγμένο και ισχυρότερο σε υλικά και τεχνογνωσία στρατό της εποχής τους, ευθέως και κατηγορηματικά δηλώνουν ότι, η κύρια μέριμνα του καλού Στρατηγού είναι να αποφεύγει την κατά μέτωπο αντιπαράθεση με τον εχθρό. Αντιθέτως και πριν αναγκαστεί να έρθει σε κατά μέτωπο αντιπαράθεση σε μάχη, να έχει εξαντλήσει κάθε περιθώριο ώστε να εξουδετερώσει τον εχθρό με κάθε άλλο μη συμβατικό μέσο και δυνατότητα.

Η τακτική αυτή μπορεί να μην είναι πολύ «ηρωική», αλλά είναι απόλυτα πρακτική και λειτουργική. Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει ο αυτοκράτορας Μαύρικιος: «Είναι πιο ασφαλές και ωφέλιμο να επικρατήσεις επί των εχθρών με την λογική και την στρατηγική, παρά με το σπαθί και τη δύναμη. Στην πρώτη περίπτωση δεν διατρέχεις κίνδυνο, στην δεύτερη η έκβαση συνυφαίνεται με τις απώλειες».

Έργο του Δημήτρη Σκουρτέλη

Η προσέγγιση αυτή αν και βασίζεται πρωτίστως στον ορθολογισμό και την πρακτική σκέψη, έχει σαφώς ανθρωπιστικές και ειρηνιστικές προεκτάσεις. Για μια αυτοκρατορία με μόνιμο πρόβλημα λειψανδρίας η ζωή ακόμα και ενός ανδρός ήταν υπερπολύτιμη, πόσω μάλλον όταν όπως φαίνεται από το έργο του Λέοντα Στ’ Σοφού (την εποχή του οποίου ήταν στο απώγειο της ακμής του το θεματικό σύστημα), το κράτος είχε επενδύσει πολλά σε αυτόν τον ένα στρατιώτη. Επιπλέον, η προσπάθεια αποφυγής της πολεμικής σύγκρουσης με κάθε τρόπο ήταν αναγκαία τακτική για ένα κράτος η γεωγραφία του οποίου κυριαρχείται από ορεινούς όγκους (στην Βαλκανική) και ημιερημώδεις σαβάνες (στην ανατολική Μικρά Ασία), επομένως με περιορισμένη γεωργική παραγωγή (ειδικά μετά την απώλεια της Αιγύπτου τον 7ο αιώνα), η οποία συν τοις άλλοις δεν ευνοείται και από το ξηρό μεσογειακό κλίμα. Επρόκειτο για μία οικονομία που βασιζόταν πρωτίστως στο θαλάσσιο εμπόριο.

Επομένως ένας πόλεμος, ακόμα και αν είχε νικηφόρα έκβαση και ακόμα αν δεν στοίχιζε σε ανθρώπινο δυναμικό, αναπόφευκτα θα διέκοπτε τις γεωργικές εργασίες άρα και την παραγωγή για όσο διάστημα διαρκούσε (η πρώτη κίνηση που προβλέπει η τακτική της παραδρομής είναι η καταφυγή του άμαχου πληθυσμού σε οχυρά ή ορεινά καταφύγια) και αν ο εχθρός επιχειρούσε και θαλάσσιες επιδρομές, θα παρακωλύονταν και το πολύτιμο για την αυτοκρατορία θαλάσσιο εμπόριο.

Για το λόγο αυτό ο Λέοντας Στ’ Σοφός συστήνει στον Στρατηγό να μην παραβλέπει αλλά πάντα να εξετάζει σοβαρά τα αιτήματα των αντιπάλων του για ανακωχή. Είτε στην αρχή του πολέμου, είτε στο τέλος όταν ο εχθρός έχει ηττηθεί ο Στρατηγός δεν έχει την πολυτέλεια να παραβλέψει ούτε το παραμικρό περιθώριο για ειρήνευση. Εξάλλου, η στάση αυτή υποδηλώνει σεβασμό και στην ζωή του ίδιου του αντιπάλου. Ο Στρατηγός, στο μέτρο του εφικτού, προσπαθεί να αποφύγει την άσκοπη αιματοχυσία και σφαγή, τόσο των δικών του ανδρών όσο και του αντιπάλου.

Η τακτική αυτή επιβεβαιώνεται από τα ιστορικά γεγονότα. Η Αυτοκρατορία συνεχώς προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές απειλές χωρίς πολεμική σύγκρουση. Άλλοτε με τον εκχριστιανισμό, άλλοτε με την διπλωματία και άλλοτε με την εφαρμογή του «διαίρει και βασίλευε». Σε κάθε περίπτωση προσπαθούσε να αποφύγει τον πόλεμο.

Η εύθραυστη, λοιπόν, οικονομία, η ευημερία του τόπου και η ανεκτίμητη αξία της ζωής των ανδρών του και του αμάχου πληθυσμού είναι το μέλημα που πρέπει να έχει πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού του ο σωστός Στρατηγός. Διότι, για να υπερισχύσει κανείς σε κατά μέτωπο αντιπαράθεση, δηλαδή με τον εχθρό να βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη της ισχύος του, προϋποτίθεται ότι πρέπει μονίμως να αντιπαρατάσσει μεγαλύτερη ισχύ, δηλαδή μεγαλύτερο πλήθος στρατού και μεγαλύτερες υλικές δαπάνες. Αυτό το έκαναν οι αρχαίοι Ρωμαίοι, με όλους τους εχθρούς που αντιμετώπισαν. Διότι απλά διέθεταν ανεξάντλητες πηγές έμψυχου δυναμικού και είχαν την πολυτέλεια που οι Έλληνες δεν είχαν ποτέ.

«Ο στρατηγός οφείλει να φροντίζει επισταμένως και να σχεδιάζει και να μελετά και αυτό: εάν είναι δυνατόν να εκτελεί αιφνιδιαστικές και απροσδόκητες επιθέσεις εναντίον των εχθρών. Εάν ο στρατηγός είναι ικανός για κάτι τέτοιο, τότε και με λιγοστούς άνδρες θα κατατροπώσει τους αντιπάλους. Εάν πάλι, όπως δηλώθηκε πρωτύτερα, επιτύχει έναν τόπο, μέσα σε στενά, κατάλληλο για πόλεμο από δύο πλευρές εναντίον των εχθρών (σ.σ. ενέδρα σε κλεισούρα), να ξεκινήσει τον πόλεμο χωρίς δισταγμό. […] Ωστόσο είναι κατά πολύ λυσιτελέστερο και βολικότερο, αντί να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους όταν προτίθενται να επιτεθούν κατά της Ρωμανίας, να το κάνει μάλλον όταν επιστρέφουν από την δική μας χώρα προς την δική τους, επειδή εκείνοι τότε, έχοντας χρονοτριβήσει επί μακρόν στην χώρα των Ρωμαίων[3], εύκολα συντρίβονται και ταλαιπωρούνται» (Νικηφόρου Φωκά «Περί παραδρομής πολέμου», σελ. 22).

Osprey Publishing, “Byzantine Armies AD 1118 – 1461”

Στο σημείο αυτό χρειάζεται μια πολύ σημαντική διευκρίνιση. Η βυζαντινή στρατηγική και πιο συγκεκριμένα η «παραδρομή» του πόλεμου (που αναπτύσσεται τόσο στα συγγράμματα του Μαυρικίου και του Λέοντα, αλλά κατεξοχήν σε αυτό του Νικηφόρου Φωκά) είναι λάθος και επιπολαιότητα να συγχέεται με τον ανταρτοπόλεμο ή τον κλεφτοπόλεμο της νεότερης εποχής. Η «παραδρομή» του πολέμου δεν ήταν ανταρτοπόλεμος. Ο κλεφτοπόλεμος των Κλεφτών και των Αρματολών της τουρκοκρατίας και ο ανταρτοπόλεμος της νεότερης και σύγχρονης εποχής, είναι μέθοδοι που αφορούν και εκτελούνται από άτακτους στρατούς που δεν έχουν ποτέ σκοπό ή την δυνατότητα, ούτε είναι εκπαιδευμένοι, ώστε να δώσουν μάχη εκ παρατάξεως σε ανοικτό πεδίο – κάτι που όποτε αναγκαστούν να το κάνουν υφίστανται συντριπτική καταστροφή.

Η βυζαντινή, όμως, «παραδρομή» ήταν απλώς μια τακτική που εντασσόταν σε μια ευρύτερη υψηλή στρατηγική, που περιείχε τον πόλεμο φθοράς, χρησιμοποιούσε τους μεθόδους της κατασκοπείας, της αόρατης παρακολούθησης και το στήσιμο ενέδρας του εχθρού, αλλά ήταν τακτική που εφαρμοζόταν από επαγγελματικό τακτικό στρατό, αυστηρά εκπαιδευμένο στις πλέον εξελιγμένες στρατιωτικές τακτικές και πολεμικές τεχνικές της προ-πυρίτιδας εποχής. Πάνω από όλα όμως, ο τελικός σκοπός της παραδρομής δεν ήταν η αποφυγή ή αποτροπή της μάχης εκ παρατάξεως (όπως συμβαίνει στον σύγχρονο ανταρτοπόλεμο-guerilla warfare), αλλά αυτή να δοθεί τότε και μόνο όταν ο εχθρός, λόγω του προηγηθέντος πολέμου φθοράς είχε καταστεί ευάλωτος και περιέλθει σε τέτοιο σημείο αδυναμίας, που καθιστούσε την νίκη του βυζαντινού στρατού βέβαιη έως και αναπόφευκτη. Άρα, ο βυζαντινός στρατός δεν απέφευγε τη μάχη λόγω δειλίας ή κατώτερης ισχύος (κάτι αντιθέτως που ίσχυε για κάποιους εχθρούς του, όπως τους Βούλγαρους και τους Σλάβους των Βαλκανίων, οι οποίοι επί αιώνες συνειδητά απέφευγαν τις μάχες εκ παρατάξεως απέναντι στα ανώτερα αυτοκρατορικά στρατεύματα, αλλά και για τους νομαδικούς στρατούς της στέππας και φυσικά των Τούρκων, που αποτελούνταν από ορδές θηλυκών αλόγων, ανίκανα για επιθετική μάχη εκ παρατάξεως). Τα βυζαντινά στρατεύματα, δεν ήταν ανίκανα να δώσουν μάχη εκ παρατάξεως, τουναντίον για αυτό ακριβώς εκπαιδεύονταν. Όμως η υπερχιλιετής ελληνορωμαϊκή πολεμική πείρα είχε αποδείξει με οικτρό τρόπο ότι, το κόστος της νίκης ήταν σχεδόν πάντα δυσανάλογο προς το κέρδος[4].

Επομένως, ο σκοπός της παραδρομής είναι ο στρατηγός να εργαστεί έτσι ώστε να δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις και να οδηγήσει τον εχθρό εκεί ακριβώς που τον θέλει και τότε να δοθεί μία και μοναδική αλλά αποφασιστική μάχη που θα εξουδετερώσει τον αντίπαλο με την σπατάλη όσο το δυνατόν λιγότερων δυνάμεων και πόρων (υλικών και ανθρώπινων).

Η θεμελιώδης αυτή λεπτομέρεια δηλώνεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο στο «Στρατηγικόν» του Κεκαυμένου. Στο ακόλουθο απόσπασμα ο συγγραφέας διευκρινίζει το πώς λειτουργεί η παραδρομή όταν ο Στρατηγός εκστρατεύει σε εχθρική περιοχή και εν τέλει συνοψίζει (σαν απαύγασμα των όσων και ο ίδιος είχε προφανέστατα διαβάσει και αποκομίσει από τα Στρατηγικά-Τακτικά του Μαυρικίου και του Λέοντα Στ’ Σοφού) την έννοια του μέτρου στην βυζαντινή στρατηγική και πολεμική τέχνη:

«Να φροντίζεις να προφυλάσσεις τον στρατό σου, αλλά όχι μ’ αυτήν την αφορμή να περιπέσεις σε δειλία. Να είσαι τολμηρός και ασάλευτος, αλλά όχι υπερβολικά τολμηρός μήπως αστοχήσεις, ούτε υπερβολικά άτολμος. Γιατί αν είσαι άτολμος, θα δικαιολογείσαι λέγοντας: «Εγώ φροντίζω να προφυλάσσω τον στρατό μου». (Σ.σ. δηλαδή προφανώς θα συνέβαινε ο Στρατηγός να κρύβει την δική του ανεπάρκεια και δειλία πίσω από το εξωτερικό πρόσχημα ότι εφαρμόζει την παραδρομή. Κάτι που αποδεικνύει ότι ακόμα και τότε ήταν δύσκολη και απαιτητική υπόθεση, η σωστή εφαρμογή αυτής της τόσο εξειδικευμένης και ιδιοφυούς πολεμικής τακτικής). Όμως εγώ θα σου πω: «Αν ήθελες να προφυλάξεις τον στρατό σου, γιατί εξεστράτευσες στην εχθρική χώρα; (Σ.σ. το ίδιο φυσικά ισχύει και όταν αμύνεσαι σε φίλιο έδαφος: δεν γίνεται να αμυνθείς χωρίς να εμπλακείς καθόλου). Ο σκοπός, είτε οι εχθροί επιτίθενται εναντίον σου είτε εσύ εναντίον τους, είναι να αγωνιστείς να στήσεις τρόπαιο νίκης». Όμως το τρόπαιο δεν στήνεται με άλλο τρόπο, παρά είτε με τέχνασμα είτε με απευθείας πολεμική σύγκρουση». Ο σκοπός, επομένως, της παραδρομής είναι η μία τελική και αποφασιστική μάχη, είτε εκ παρατάξεως σε ανοιχτό πεδίο, είτε από ενέδρα σε κλεισούρα: ότι και όπως βολεύει ανάλογα την περίσταση.

Osprey Publishing, “Byzantine Cavalryman c. 900 – 1204”

Ο Μαυρίκιος και ο Λέοντας Στ’ Σοφός, επίσης, με ιδιαίτερη σπουδή και περισσότερες λεπτομέρειες, εξηγούν πώς ο στρατηγός θα πρέπει εκ των προτέρων να έχει βρει την κατάλληλη (για το μέγεθος και το είδος του στρατού που διαθέτει) τοποθεσία που θα του δίνει το πλεονέκτημα στην επικείμενη μάχη. Πώς επίσης θα πρέπει να φροντίζει για την καλύτερη δυνατή επιμελητεία και τον ανεφοδιασμό του δικού του στρατεύματος, σαμποτάροντας όμως ταυτόχρονα τις δυνατότητες ανεφοδιασμού των αντιπάλων του. όλα αυτά και πολλές άλλες λεπτομέρειες, που εμπίπτουν στην τακτική της παραδρομής είναι απλώς προπαρασκευαστικές ενέργειες για την αποφασιστική μάχη. Είναι μέσα για την επίτευξη ενός τελικού στόχου. (Εν αντιθέσει ο ανταρτοπόλεμος έχει τη δολιοφθορά και την ενέδρα ως αυτοσκοπό και όχι ως μέσο).

Συνοψίζοντας, να σημειωθεί επίσης ότι οι συγγραφείς των Στρατηγικών-Τακτικών θεωρούν γενικά, την μάχη εκ παρατάξεως, ένα άμυαλο ρίσκο, ένα «τυχερό παιχνίδι», όπου «λειτουργεί περισσότερο η τύχη» και όχι η ανδρεία ή η φυσική δύναμη. Ο σκοπός όλης της τακτικής λοιπόν, είναι, όπως ήδη προαναφέρθηκε, να εργαστεί ο Στρατηγός έτσι ώστε να δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις και να φέρει εκείνος τις συνθήκες της επικείμενης μάχης προς όφελός τους. Οι Έλληνες-Ρωμιοί της μεσαιωνικής περιόδου είχαν γενικά αναπτύξει μια άκρως επαγγελματική – σχεδόν επιστημονική – προσέγγιση στον πόλεμο, είχαν «πάθει και είχαν μάθει» να μην αφήνουν ούτε την παραμικρή λεπτομέρεια στην τύχη της, και κυρίως μισούσαν τις αποκοτιές και τις «εκτός πλάνου» παράτολμες ενέργειες.

Αυτό είχε ως συνέπεια να δίνουν όλο το βάρος της προσοχής τους στην επαγγελματική τακτική εκπαίδευση του στρατού ως σύνολο, παραβλέποντας σχεδόν πλήρως την σημασία της ατομικής ικανότητας. Όπως έχουμε αναλύσει σε παλαιότερο άρθρο, αυτός είναι ένας από τους λόγους-αιτίες που, ενώ υπήρχε πληθώρα Στρατηγικών-Τακτικών, οι Έλληνες της μεσαιωνικής περιόδου δεν έγραψαν ποτέ εγχειρίδια ατομικής μονομαχίας.

-Δίκαιος Πόλεμος και δίκαιος τρόπος του μάχεσθαι:

«Θεωρώ καλό να είναι δικαιολογημένη η έναρξις του πολέμου. Διότι ο αμυνόμενος έναντι αυτών που αδίκησαν, είναι δίκαιος και έχει την Θεία Δικαιοσύνη βοηθό και σύμμαχο, όταν εκστρατεύει εναντίον των αδίκων. Αυτός δε που πρώτος άρχισε να διαπράττει άδικες εχθροπραξίες στερείται την νίκη από την Θεία Δίκη» («Τακτικά» Λέοντα Στ’ Σοφού, σελ. 241, β’ τόμος).

Είναι αυτονόητη η σημασία του δικαίου στον πόλεμο για κάθε άνθρωπο, πόσο δε μάλλον για μια Αυτοκρατορία που έβλεπε τον εαυτό της ως κηδεμόνα όλης της οικουμένης και ως την επίγεια εκπλήρωση του Ουράνιου Βασιλείου. Ήταν απλά αδιανόητο για την Χριστιανική Αυτοκρατορία, που προέτασσε όλα τα ιδεώδη του χριστιανικού Ευαγγελίου, να πολεμά για μια άδικη αιτία ή να συμπεριφέρεται άδικα προς τους γείτονες και τους αντιπάλους της. Όσον αφορά την πολεμική τακτική, τα Στρατηγικά-Τακτικά δηλώνουν, εμμέσως πλην σαφώς, ότι στον πόλεμο όλα τα μέσα επιτρέπονται. Ακριβώς, λοιπόν, για αυτό (επειδή δηλαδή ο Στρατηγός και οι στρατιώτες του αναγκαστικά θα διαπράξουν αμαρτίες που αντιβαίνουν στον λόγο του Ευαγγελίου) απαιτείται η αιτία του πολέμου να είναι δίκαιη.

Μεγάλη σημασία επίσης δίνεται και στον τρόπο με τον οποίο κερδίζει ο Στρατηγός τη νίκη και πώς συμπεριφέρεται στους αντιπάλους του. Κατ’ αρχάς μπορεί να συστήνεται η εφαρμογή του δόλου και της εξαπάτησης του αντιπάλου, όμως ο Στρατηγός δεν πρέπει να προσβάλλει ή να υποβιβάζει το ήθος του αντιπάλου του και των πρέσβεων-εκπροσώπων του. Στο ίδιο πλαίσιο οι συγγραφείς των Στρατηγικών-Τακτικών δηλώνουν κατηγορηματικά ότι, ο Στρατηγός οφείλει να τηρεί απαράβατα τους όρκους με τους ξένους λαούς, να μην παραβιάζει ποτέ μονομερώς την εκεχειρία, να σέβεται τους εχθρούς του, να δέχεται την υποταγή τους και να μην επιτρέπει την κακομεταχείριση των αιχμαλώτων. Ο Στρατηγός, επομένως, δεν αρκεί να πολεμά έχοντας το δίκαιο με το μέρος του, πρέπει και να πολεμά δίκαια.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω, η ελληνορωμαϊκή πολεμική τέχνη ήταν μια υπόθεση την οποία οι μεσαιωνικοί Έλληνες-Ρωμιοί αντιμετώπιζαν με όλη την ιδιαίτερη σοβαρότητα και προσοχή που αρμόζει σε μια πολεμική τέχνη. Υπήρχαν εμπεδωμένοι και ιδιαίτεροι κανόνες, αρχές, ήθος και πνεύμα που μεταδίδονταν ως παράδοση από γενιά σε γενιά και που αν ανατρέξει κανείς στις καταβολές τους, θα δει ότι εκτός από την στρατιωτική παράδοση της αρχαίας Ρώμης και τις ανθρωπιστικές επιρροές του Χριστιανισμού, συνδέεται επίσης με το πολεμικό ήθος της αρχαίας Ελλάδας.

Η βασικότερη γενική αρχή που πηγάζει από το σύνολο των βυζαντινών Στρατηγικών-Τακτικών (και που επιβεβαιώνει την αρχαία ελληνορωμαϊκή παράδοση), είναι ότι η νίκη στον πόλεμο δεν εξασφαλίζεται από την ωμή βία, την αριθμητική ισχύ, ούτε από την ατομική φυσική δύναμη και τόλμη. Αντιθέτως ο πόλεμος για τον ελληνορωμαϊκό-βυζαντινό κόσμο είναι υπόθεση ομαδική. Η βυζαντινή υψηλή στρατηγική είναι απλή στην σκέψη της, ενώ αναδεικνύεται ακραία πρακτική και κυνική. Έτσι δεν παραλείπουν, οι αυτοκράτορες και στρατηγοί συγγραφείς, να δηλώσουν απερίφραστα ότι ο σωστός και ισχυρός οπλισμός είναι αναγκαία προϋπόθεση για κάθε στρατιώτη, ανεξαρτήτως ατομικής ικανότητας και ασχέτως αν είναι γενναίος ή δειλός. Από εκεί πέρα όμως, όλη τη διαφορά την κάνει η συνεχής εκπαίδευση, η επίπονη άσκηση και η σωστή εφαρμογή της τακτικής από τον Στρατηγό. Διότι αν αυτά δεν γίνουν σωστά και οι πιο δυνατοί και γενναίοι στρατιώτες θα είναι καταδικασμένοι στην καταστροφή. Γιατί, εν τέλει, από την άσκηση και την πιστή εφαρμογής της σωστής τακτικής πηγάζουν όλες οι άλλες πολεμικές αρετές: η ανδρεία, η τόλμη, το θάρρος και η γενναιότητα.

Ο ιδανικός Στρατηγός που σκιαγραφούν τα κείμενα αυτά είναι στην ουσία ένας αντικατοπτρισμός του πολυμήχανου Οδυσσέα, ο οποίος αν και μέτριας φυσικής ικανότητας και δύναμης, νικά όλους τους διαφορετικούς και ισχυρότερους εχθρούς, με μοναδικό όπλο την πονηριά και την εξυπνάδα του. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι πολεμιστές ισχυρότατοι και γενναιότατοι, όπως ο Αχιλλέας και ο Αίαντας, σκοτώθηκαν μπροστά στα τείχη της Τροίας, ενώ ακόμα και ο πανίσχυρος Αγαμέμνονας δεν γλύτωσε από την δολοπλοκία της συζύγου και των αυλικών του όταν επέστρεψε νικητής στις Μυκήνες. Ο Οδυσσέας όμως ήταν αυτός που τελικά κατάφερε τόσο να αλώσει – ουσιαστικά μόνος του με μια χούφτα άνδρες – την απόρθητη Τροία και να επιστρέψει, έστω και μετά από τόσα χρόνια περιπλάνησης, σώος και αβλαβής στην πατρίδα του, όπου και πάλι με όπλο τα τεχνάσματά του νίκησε τους πολιτικούς του αντιπάλους και πήρε πίσω τον θρόνο του.

Σύλογγος “Κορύβαντες”

Β) ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΑΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΜΜΑΧΟΝ

Τα βασικά χαρακτηριστικά της βυζαντινής πολεμικής τακτικής, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, δεν είναι δύσκολο να καταδειχθεί πως εμπίπτουν στην θεωρία του παμμάχου, του οποίου στην ουσία αποτελούσαν εφαρμογή. Η βυζαντινή υψηλή στρατηγική προέβλεπε, στην ουσία, μια κλιμακωτή χρήση μεθόδων και βίας ανάλογα με την περίσταση.

Μάχη απεμπλοκής – Ορισμός της έννοιας στο πάμμαχον:

«Η Μάχη Απεμπλοκής περιλαμβάνει άοπλους μεθόδους που αποσκοπούν στη διευκόλυνση διαφυγής από μια εμπλοκή, ή την εξουδετέρωση, αντί για τον τραυματισμό, ενός αντιπάλου».

Εφαρμογή στα Στρατηγικά-Τακτικά:

Όπως και στο πάμμαχο έτσι και στην βυζαντινή τακτική, ο κυρίαρχος σκοπός είναι η ειρήνη, δηλαδή η με κάθε μέσο και τέχνασμα αποφυγή της σύγκρουσης και της αιματοχυσίας στο πεδίο της μάχης. Οι συγγραφείς των Στρατηγικών-Τακτικών τονίζουν σαφώς ότι αν μπορεί να αποφευχθεί ο πόλεμος με άλλα μέσα και δη με την διπλωματία, την δωροδοκία, την σπορά και πρόκληση εμφύλιας διαμάχης μεταξύ των αντιπάλων, την ενθάρρυνση τρίτων να επιτεθούν και να εξουδετερώσουν τον αντίπαλο, τότε όχι μόνο συστήνεται αλλά επιβάλλεται να το κάνει αυτό ο σωστός Στρατηγός.

Σύλλογος “Λέοντες”

Μάχη υποταγής – Ορισμός της έννοιας στο πάμμαχον:

«Η Μάχη Υποταγής περιλαμβάνει άοπλους μεθόδους πάλης για την εξουδετέρωση και τον έλεγχο ενός αντιπάλου χωρίς να καταφεύγουμε στον τραυματισμό ή να προκαλούμε ανεπανόρθωτες βλάβες».

Εφαρμογή στα Στρατηγικά-Τακτικά:

Στο επόμενο επίπεδο, όταν δηλαδή η διπλωματία και τα άλλα μέσα έχουν αποτύχει και η εισβολή του εχθρού σε φίλιο έδαφος δεν έχει αποτραπεί, τότε μπαίνει σε πλήρη εφαρμογή η τακτική της παραδρομής. Όπως προαναφέραμε, η παραδρομή αποσκοπεί στο ένα αποφασιστικό χτύπημα, όμως πριν το αποφασιστικό κτύπημα, η εφαρμογή της επιφέρει στην ουσία την σταδιακή εξουθένωση και φθορά του αντιπάλου που αναπόδραστα θα οδηγήσει στην υποταγή του. Ο Στρατηγός δεν πρέπει να επιδιώξει κατά μέτωπον αντιπαράθεση με τον εχθρό, ενόσω αυτός βρίσκεται σε θέση και κατάσταση που του επιτρέπει να αμυνθεί με πλήρη δύναμη και ισχύ. Αντιθέτως θα πρέπει ο Στρατηγός να αναγκάσει τον εχθρό να χάσει την ετοιμότητά του και να επιδιώξει να τον βρει σε σημείο ευάλωτο και σε στιγμή αδυναμίας (μετά από μια εξαντλητική πορεία στην φίλια ενδοχώρα ή κατά την νύκτα). Έτσι και με όρους μονομαχίας, στην ουσία ο Στρατηγός επιδιώκει να βρει (και αν δεν βρίσκει να δημιουργήσει ή να προκαλέσει) τα «ανοίγματα» του αντιπάλου του και εκεί και μόνο εκεί να επιχειρεί το κτύπημα. Ποτέ και για κανέναν λόγο δεν θα κτυπήσει σε σημείο που ο αντίπαλος περιμένει και είναι έτοιμος να αμυνθεί.

Ένα επιπλέον στοιχείο της βυζαντινής τακτικής της παραδρομής που πρέπει επίσης να τονισθεί, είναι ότι ο Στρατηγός φροντίζει πάντοτε να διατηρεί αυτός την πρωτοβουλία κινήσεων. Ο Στρατηγός επιλέγει το πού και το πότε και το πώς θα εμπλακεί τελικά στην αποφασιστική μάχη ενέδρας ή εκ παρατάξεως. Βρίσκεται επομένως έτσι ένα βήμα μπροστά από τον αντίπαλό, από την αρχή έως το τέλος. Την στιγμή που για τον οποιοδήποτε λόγο ο Στρατηγός θα χάσει την πρωτοβουλία κινήσεων, θα απωλέσει και τον έλεγχο της κατάστασης και άρα θα δυσκολευτεί πάρα πολύ να επιτύχει την, με δικούς του όρους, πραγματοποίηση της τελικής μάχης.

Η τακτική αυτή είναι ένα σκληρό και επίμονο παιχνίδι θέλησης, υπομονής, επιμονής, αυτοσυγκράτησης, μετριοφροσύνης και αντοχής. Αν ο Στρατηγός εκτελέσει την τακτική σωστά, στο τέλος δύο μόνο εναλλακτικές απομένουν: είτε ο αντίπαλος λόγω εξάντλησης, θα κάνει το λάθος και θα χάσει την φύλαξή του (άρα ο Στρατηγός θα βρει ευκαιρία να κτυπήσει στο «άνοιγμα» του αντιπάλου του, άρα επέρχεται η υποταγή), είτε, ακόμα και αν ο αντίπαλος δεν χάσει την φύλαξή του, ο Στρατηγός θα επιφέρει το αποφασιστικό κτύπημα που όμως αναπόφευκτα θα «περάσει», γιατί θα έχει γίνει με τους δικούς του όρους και ο αντίπαλος δεν θα είναι σε θέση να αντιδράσει επαρκώς και εγκαίρως. Και η δεύτερη αυτή εναλλακτική είναι που οδηγεί στο αμέσως επόμενο επίπεδο κλιμάκωσης.

Σύλλογος “Λέοντες”

Μάχη επιβίωσης – Ορισμός της έννοιας στο πάμμαχον:

«Η Μάχη Επιβίωσης περιλαμβάνει άοπλους και ένοπλους μεθόδους εμπλοκής για να την μάχη σώμα με σώμα, ή/και τη μάχη κοντινής εμβέλειας».

Εφαρμογή στα Στρατηγικά-Τακτικά: Όταν ο εχθρός δεν έχει πλήρως εξουδετερωθεί από τις παραπάνω τακτικές και εξακολουθεί να αποτελεί απειλεί και αφού ο Στρατηγός έχει εκ των προτέρων εργαστεί μέσω της παραδρομής, έτσι ώστε όλες οι συνθήκες και προϋποθέσεις να δίνουν πλεονέκτημα σε εκείνον και μειονέκτημα στον αντίπαλο, τότε θα δώσει το αποφασιστικό κτύπημα, με μάχη εκ παρατάξεως σε τόπο και χρόνο που αυτός θα επιλέξει. Ο εχθρός, εξαντλημένος από τον πόλεμο φθοράς της παραδρομής, είναι σχεδόν μαθηματικά βέβαιο ότι θα εξουδετερωθεί.

Σύλλογος “Κορύβαντες”

Γ) Η ΘΕΣΗ ΦΥΛΑΞΗΣ «ΠΡΟΚΩΠΟΝ» ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΝΣΑΡΚΩΝΕΙ ΟΛΟ ΤΟΝ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΗΣ

-Ποια είναι η θέση φύλαξης «πρόκωπον»:

Καθότι ως γνωστόν δεν υπάρχει σωζόμενο κάποιο εγχειρίδιο της βυζαντινής οπλομαχίας (ή έστω δεν έχει βρεθεί έως τώρα), η θέση φύλαξης «πρόκωπον», συναντάται σε διάσπαρτα αποσπασματικά κείμενα και βυζαντινές αγιογραφίες και συνίσταται ως εξής.

«Ο δε οργισθείς κατά του βασιλέως πρόκωπον έχων το ξίφος» (Λεξικό του Σούδα, 10ος αιώνας μΧ).

«Ο δε ξίφος πρόκωπον έν χέρσιν έχων […] έναντα δ’ ήλθεν Πύλαδας αλίαστος» (Ευριπίδου «Ορέστης», 5ος αιώνας πΧ).

«Προκωπόν τε και γυμνήν οίον τινά ρομφαία», σε κείμενο του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης (4ος αιώνας μΧ) που περιγράφει πώς πρέπει ο Χριστιανός να αντιμετωπίζει την βλασφημία.

«Ων τη σπάθη προκωπόν ιδών Ευφράτης», σε κείμενο του Βυζαντινού ποιητή Μανουήλ Φίλη (περ. 1275 – 1345).

«Πρόκωπος: έτοιμος, πρόχειρος» στο Εκκλησιαστικό Λεξικό του Πατριάρχη Φωτίου (9ος αιώνας μΧ).

Και εξηγεί ο προπονητής βυζαντινής οπλομαχίας Γεώργιος Γεωργάς: «Κώπη (κουπί) στην ομηρική γλώσσα είναι η λαβή του σπαθιού (να μην συγχέεται με την κοπή).  Συνεπώς, το ανωτέρω πρόσωπο (ο ξιφομάχος) έγειρε προς στα μπρος το σπαθί που κρέμονταν από τη ζώνη του ώστε η λαβή να στραφεί προς τα εμπρός, δηλαδή να είναι το ξίφος “πρόκωπον”, έτσι ώστε να είναι έτοιμος να το βγάλει από τη θήκη. Με άλλα λόγια, πρόκειται για απειλητική θέση φύλαξης ενώ το σπαθί είναι ακόμα στη θήκη, όπου από αυτή μπορεί να εκτελέσει ο ξιφομάχος επίθεση» (byzantineoplomachia.wordpress.com ).

-Τι σημαίνει αυτό για την βυζαντινή πολεμική τέχνη και το πάμμαχον:

Η θέση φύλαξης «πρόκωπον» αντιπροσωπεύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, την τακτική της παραδρομής όπως αυτή αναδεικνύεται συνοπτικά στα βυζαντινά Στρατηγικά-Τακτικά, αλλά και τα τρία επίπεδα κλιμάκωσης του παμμάχου.

Κατ’ αρχάς πρόκειται για μία σαφώς ανορθόδοξη θέση φύλαξης, αφού αφήνει φαινομενικά «ανοικτό» όλο το σώμα του ξιφομάχου. Επιπλέον είναι μία θέση που συγχύζει τον αντίπαλο ως προς τις προθέσεις του ξιφομάχου, καθώς δεν είναι ξεκάθαρο αν έχει πρόθεση να προκαλέσει τον αντίπαλο να επιτεθεί ή ετοιμάζεται ο ίδιος για ορμητική επίθεση. Όμως ακόμα και στην δεύτερη περίπτωση, αν δηλαδή πράγματι ο ξιφομάχος ετοιμάζεται για ορμητική επίθεση ο αντίπαλος δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια το σημείο στο οποίο θα πρέπει να περιμένει την επίθεση, αφού η θέση του «πρόκωπου» προσφέρει πολλές διαφορετικές επιλογές.

Επομένως εφαρμόζεται έτσι – και εφόσον ο ξιφομάχος έχει μάθει να χρησιμοποιεί την τακτική αυτή αποτελεσματικά – η αρχή της εξαπάτησης και της πρόκλησης σύγχυσης στον αντίπαλο. Εξάλλου, είναι μια θέση φύλαξης που μπορεί κάλλιστα να εφαρμόσει τις τεχνικής της μάχης αποφυγής και μάχης υποταγής του παμμάχου.

Σε κάθε περίπτωση ο ξιφομάχος που χρησιμοποιεί την θέση του «πρόκωπου» αναγκάζει τον αντίπαλό του να φανερώσει τις δικές του προθέσεις, διατηρώντας όμως πάντοτε την πρωτοβουλία κινήσεων. Στην πραγματικότητα προκαλεί τον αντίπαλο να κάνει το λάθος, να δώσει το «άνοιγμα» που θέλει ο ξιφομάχος.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο της θέσης φύλαξης του «πρόκωπου» είναι ότι έχει την αιχμή του ξίφους στραμμένη προς την αντίθετη κατεύθυνση από τον αντίπαλο. Είναι επομένως μια θέση εκ φύσεως ειρηνιστική. Ο ξιφομάχος μπορεί έτσι να επιλέξει να εξουδετερώσει τον αντίπαλο με την λαβή, χωρίς να του προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό.

Το «πρόκωπο» είναι μία θέση αποτροπής και απειλής ταυτόχρονα. Ο ξιφομάχος ουσιαστικά λέει στον αντίπαλο ότι: «αν θελήσεις να επιτεθείς γνωρίζεις πολύ καλά τι θα επακολουθήσει, αν πάλι δεν γνωρίζεις δοκίμασε και θα δεις». Είναι η στάση ακριβώς με την οποία επί αιώνες αντιμετώπισε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία τους πανταχόθεν εχθρούς της. Η Αυτοκρατορία φρόντιζε πάντα να διαθέτει την απαραίτητη ισχύ για να εξουδετερώσει τους αντιπάλους της, αλλά ποτέ δεν επιχείρησε επίδειξη ισχύος, όπως αρέσκονταν οι αρχαίοι Ρωμαίοι, ενώ πάντα (εκτός σπανίων εξαιρέσεων) φρόντιζε, προτού αναγκαστεί να καταφύγει στην χρήση στρατιωτικής ισχύος να επιδιώκει πρωτίστως την ειρήνη και την συνδιαλλαγή με κάθε εχθρό ανεξαιρέτως. Αυτό πολλές φορές, λανθασμένα, ερμηνεύτηκε από τους εχθρούς της αυτοκρατορίας ως αδυναμία, με αποτέλεσμα αυτοί πάντοτε να συντρίβονται παταγωδώς. Η θέση «πρόκωπον» και οι τακτικές που ξεκινούν από αυτήν εμπνέονται από το ίδιο ακριβώς πνεύμα.

Πηγές:

-«Μαυρικίου Τακτικά Στρατηγικά – Το Στρατηγικόν του Μαυρικίου»,( Εκδ. Κ. & Μ. Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη, 2016)

-«Τακτικά Αυτοκράτορος Λέοντος Στ’ του Σοφού», α’ και β’ τόμος, (Εκδ. Ελεύθερη Σκέψις, Αθήνα, 2001)

-«Περί Παραδρομής Πολέμου – Αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς», (Εκδ. Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2016)

-«Στρατηγικόν» Κεκαυμένου, (Εκδ. Κανάκη, Αθήνα, 1996)

-Χ. Παπασωτηρίου, «Βυζαντινή Υψηλή Στρατηγική: 6ος – 11ος αιώνας»,  (Εκδ. Ποιότητα, Αθήνα, 2011)

-Edward Luttwak, “The Grand Strategy of the Byzantine Empire”, (Harvard University Press, 2009)

-«Τι είναι το πάμμαχον», Κώστας Δερβένης, (www.pammachon.gr, www.byzantineoplomachia.wordpress.com)

-« Βυζαντινή πολεμική τέχνη, σε Γερμανικό εγχειρίδιο μάχης του μεσαίωνα», Γεώργιος Γεωργάς, 23 Ιουλίου 2013, (www.medievalswordmanship.wordpress.com)

-«Οι Βυζαντινοί ξιφομάχοι στο Μηνολόγιον του Βασιλείου Β΄ δηλώνουν τις θέσεις φύλαξης της Βυζαντινής οπλομαχίας», Γεώργιος Γεωργάς, 13 Δεκεμβρίου 2014, (www.medievalswordmanship.wordpress.com)

-«It is time to talk about why the Byzantines never wrote fencing manuals», Ιωάννης Δανδουλάκης, 14 Φεβρουαρίου 2017, (www.christoikoumeni.blogspot.gr)

– «Πρόκωπον έχων το ξίφος. Η θέση φύλαξης των Βυζαντινών ξιφομάχων, που παράγει κόψιμο ενώ το σπαθί είναι στη θήκη», Γεώργιος Γεωργάς, 25 Νοεμβρίου 2016, (www.medievalswordmanship.wordpress.com)

 

[1] Χ. Παπασωτηρίου, «Βυζαντινή Υψηλή Στρατηγική: 6ος – 11ος αιώνας»,  (Εκδ. Ποιότητα, Αθήνα, 2011).

Edward Luttwak, “The Grand Strategy of the Byzantine Empire”, (Harvard University Press, 2009).

[2] Αυτό επίσης επιβεβαιώνεται περαιτέρω από την μνημειώδη μελέτη για την βυζαντινή υψηλή στρατηγική και διπλωματία του αμερικανού ακαδημαϊκού Edward Luttwack, “The Grand Stategy of the Byzantine Empire”. Ο Luttwack, ο οποίος αφιέρωσε για την μελέτη του αυτή περίπου είκοσι χρόνια έρευνας, με εξαιρετική ευστοχία περιγράφει ακριβώς αυτήν την σταδιακή κλιμάκωση βίας της βυζαντινής άμυνας, η οποία ήταν σχεδιασμένη σε βάση «ομόκεντρων κύκλων», όπου στο κέντρο του κύκλου τοποθετείται, η τελική αποφασιστική μάχη για επιβίωση που έχει σκοπό την ολοκληρωτική εξουδετέρωση και συντριβή του εχθρού.

[3] Σε άλλο σημείο ο συγγραφέας του Νικηφόρου Φωκά εξηγεί πώς ο στρατηγός θα έχει από πριν εφαρμόσει τον πόλεμο φθοράς του εχθρού στην ενδοχώρα, αποτρέποντας τον ανεφοδιασμό τροφής και νερού των εχθρών και φροντίζοντας να μεταφέρει τον άμαχο πληθυσμό σε ασφαλή οχυρά (ή στις σπηλιές της Καππαδοκίας). Έτσι τα εχθρικά στρατεύματα, αφού περιπλανώνται άσκοπα στις αυτοκρατορικές επαρχίες και με έλλειψη τροφής και νερού, είναι στο πλέον δυνατό ευάλωτο σημείο τους όταν αποφασίζουν να επιστρέψουν από εκεί που ήρθαν. Τότε ο αυτοκρατορικός στρατός που έχει πιάσει από πριν τις κλεισούρες στις διόδους επιστροφής, κτυπά ανελέητα και αποφασιστικά.

[4] Π.χ. οι πολύνεκρες εκστρατείες του αυτοκράτορα Ηρακλείου κατά των Περσών, όπου χρειάστηκαν ολόκληρες δεκαετίες ώστε να αναπληρωθεί το πληθυσμιακό κενό στις ανατολικές επαρχίες και να επανδρωθούν ξανά στο προβλεπόμενο μέγεθός τους τα αυτοκρατορικά τάγματα.

 

Leon the Mathematician: the greatest scientist of Byzantium

Αποτέλεσμα εικόνας για Λέων ο Μαθηματικός: ο μεγαλύτερος επιστήμονας του Βυζαντίου

The great Byzantine scholar and “dean” of the Pandidakterion of Constantinople, Leon, was known in his age as Leon the Philosopher or Mathematician. He was born somewhere in Thessaly around 790 AD. He received his basic education in Andros, where he spent his childhood. He then studied grammar and philosophy in Constantinople. But his great love was science. So he returned to Andros and, under the guidance of a wise teacher – monk, he began his search for rare manuals on math and astronomy.
A chronographer of the age mentions the following about Leon’s thirst for knowledge: “While many admired him for his wisdom and for the way he reached the highest point of all the sciences, it is said that he (Leon) told a friend of his that he learned grammar and poetry while living in Constantinople and rhetoric and (physic) philosophy and the knowledge of numbers he obtained when he came to Andros. Because there, after meeting a wise man and learned the basics from him, because the quantity of knowledge he found did not satisfy him, he began visiting the monasteries and looking through the books they had and tried to obtain them. He then climbed mountaintops and with great care, after he studied the books, he was raised to the height of knowledge. When he was satisfied with learning, he returned to Constantinople and started sowing the seeds of science in the minds of those who wished it.” From the above we can easily come to the conclusion that many monasteries, even those in remote areas away from the capital, guarded rare scientific books in their libraries, and so became centers of attraction and meeting points of various educated Greeks, both clergy and civilians.
After his return to Constantinople in 835 AD, Leon worked as a private tutor, «μαϊστωρ» of the natural sciences. He lived a very modest life until his meeting with the then emperor Theofilos (829-843 AD). Leon, even though he was famed in the circles of the scholars of Constantinople, became famous by accident. A student of his that followed a military career was captured in a skirmish with Arab soldiers, and led to the prison of Baghdad, the capital of the powerful Caliphate of (Αββασιδών). There he managed to be accepted by the Caliph Al-Mamoon (nephew to the famous Caliph Harun Al Rasid, protagonist in the tale of a thousand and one nights). The Caliph was impressed by the mathematical knowledge of the young Greek that surpassed the Arab mathematicians at his court. After liberating the young soldier and made him a professor in the university of Baghdad, he inquired about the scientific level of the Byzantines. The Greek, after assuring him that there were thousands of young people learning science in the empire (showing that knowledge in Byzantium was available to quite a large number of civilians that wished it, irregardless of their social or financial situation, something inconceivalbe in the West), talked to him about Leon. Then Al-Mamoon, impressed, sent a letter to Leon with the young mathematician, asking about various mathematical problems, which Leon solved without any difficulty. Excited, the Caliph sent two more letters, one to Leon, asking him to come to Baghdad to teach, and another to Theofilos, asking him to allow Leon to come to the Caliphate, promising 2000 gold pieces and eternal piece, and ending with the following: “If this happens, all the Saracenes will bow before you and you will have so much wealth that human eyes never saw its like before!”. Theofilos, though, declined.

From then began Leon’s grand career. Theofilos funded him and allowed him to teach in the temple of Forty Martyrs. His lectures were given for free. In 840 AD, Leon is made a Metropolitan of Thessaloniki. In 843, though, he is quickly dismissed, as an iconoclast after the final restoration of icons, and he returns to Constantinople. There, with the full support of the empress Saint Theodora (who dismissed him from his post in Thessaloniki), her son emperor Michael C (The Drunk) and Caesar (prime-minister) Vardas, he re-establishes the Pandidakterion and in 855 AD he is made into “High Philosopher”, a kind of dean. Thousands of students flock to observe the free lessons Leon is giving (mathematics – algebra and geometry – astronomy and music, the “tetractis” of the Byzantines and later the “quadrivium” of the West). Among his students were big names of the “Macedonian Renaissance” (867-1081), like Fotios the Great, Arethas of Patras, Cyrill and Methodius, and the astronomer Theodigeos, his successor as dean of the Pandidakterion.
Leon’s work as a mathematician, astronomer and engineer was valuable. He was the first in the world to introduce letters instead of numbers in theoretical arithmetics and algebra (for example in equations) and not the Arabs (who introduced as arithmetic signs the indian numbers we use today). He rescued the writings of great Greek scientists like Apollonios, Pergaios, Theonas, the great Euclid – with explanatory comments, used widely in the West – Archimedes and Ptolemaios, and he took care of the transport of many of them to the Caliph’s court. He also made astronomical tables and corrected an error of the astronomer Porphyrius about the movement of the planets. Sadly, from his great work as an author nothing remains apart from the comments on Euclid, due to time and mostly due to the religious fanaticism of some iconolaters, that after the triumph of Orthodoxy and the perseverance of the worship of icons, destroyed his works after his death.
He was even more famous, though, for perfecting the ancient telecomunications system, the optical telegraph. It is known that since the antiquity, people used frictorian towers to warn each other about imminent raids. The frictorian “chains” though were only some decades of kilometers in length. Leon created a chain of only seven frictorian tower-stations, measuring approximately two thousand kilometers (!) from Constantinople to Tarsus of Cilicia, which he built on the tallest mountaintops between the two cities, so their fires would be visible from hundreds of kilometers away. The system transmitted not one but twelve different messages (for example raid, victory or defeat, enemies retreating, fire, earthquake, flood etc). That was possible thanks to two perfectly synchronized mechanical clocks (the first in history!) placed at the two ends of the frictorian chain, that functioned based on a division of the day in hours with 12 corresponding messages. With that system, the imperial headquarters in Constantinople could be informed about what was happening in the critically important eastern front, within eleven hours at the most. That speed of relaying messages through great distances was overcome only in the 19th century with the invention of the telegraph. Sadly, the system only functioned for a few decades, since when the Arabs conquered Tarsus they destroyed the mechanical clock.

Finally, Leon, having extensive knowledge on Alexandrian technology, created various metal “automatons” for the Byzantine palace, using hydrostatic and aerostatic pressure. One of those was a gold-plated tree with golden birds that moved their wings and sang on its branches, while on its top a golden angel played the trumpet. Under the tree, golden automated wine-pourers offered wine to the emperor’s guests. On the marble base of the throne, whenever someone approached, bronze gold-plated lions would stand, open their mouths and roar. Similar machines were created by Heron the Alexandrian for Ptolemy, while other automatons were in the byzantine palace and the court of the Arab Caliph to impress visitors.

The most impressing feat of Leon in automation was, according to the “Περί βασιλείου τάξεως” work of Constantine VII Porphyrogenitus (912-949) the “mechanical sweeper”, a mechanical turtle that cleaned the streets of Constantinople, maybe useful even to today’s street cleaners! All these impressive machines, according to the sources were destroyed by the Byzantines in times of financial hardships, either being melted for golden coins or discarded because they could not be repaired.

 

Bibliography

·  Ε. Λ. Μπουρδάκου : «Αρχαία ρομπότ», β΄ έκδοση, εκδόσεις «Ελεύθερη Σκέψις», Αθήνα, 2002.
·  P. Lemerle : «Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός», εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1981.
· Β. Σπανδάτου κ.λ.π. : «Οι θετικοί επιστήμονες της Βυζαντινής Εποχής», εκδ. «Αίθρα», Αθήνα, 1996.

* Ο Δημήτριος Ντούρτας είναι Δικηγόρος Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στον Τομέα  Ιστορίας, Φιλοσοφίας, Κοινωνιολογίας και Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

The Nature of Roman/Eastern Roman Martial Arts

The warrior –Saint is holding his sword in a stance that  unlocks techniques of  of Half-Swording
The warrior –Saint is holding his sword in a stance that unlocks techniques of of Half-Swording

By Nicholas Petrou Master in History at Goldsmiths University, member of the Academy of Historical European Martial Arts ‘Leontes’

Within the HEMA community, at various lengths explanations have been given about the absence of treatises to do with combat, more specific forms of Martial Arts, in the Roman World. For a vast Empire and a culture which endured for nearly 2000 years, there is little information in the way of showing how warriors individually fought. This is not to imply that an absence of evidence is an evidence of absence. We have a wide range of Strategic Treatises from the Imperial Period up to the Komenian Period in the 11th Century; these often highlight the changing circumstances the Empire experienced and the means in which it dealt with those circumstances militarily. However, in many ways this illustrates a premise that is taken for granted when it comes to the matters of the Romans, mainly a presupposition about combat; with the explanation that the Empire relied heavily on strategic combat for coherent units then any sophisticated techniques. This is largely something which will be revised in conjunction with the evidence that we have. The purpose of this article will be to assess the evidence that we have in showing that though there is an absence of treatises on Roman Martial Arts,  individual forms of combat were very much evident in the Roman world. Section 1, Issues and Presumptions of Material, will illustrate the inconsistencies of how people have assumed Roman Martial Arts took place and how Roman sources, the ones which do survive, need to be cautiously interpreted. Section 2, The Nature of Duelling in the Roman/Eastern Roman World, will show that duelling took a judicial form during Gladiatorial Games however with the exception of this, was confined to a military role. Finally, Section 3, Roman Treatises, will attempt to explain the absence of such material and how it may have become absent, in comparison with Western Europe in the Medieval Period.

 

  1. Issues and presumptions of material and wider context

It is often assumed that in the world the Romans (and later Eastern Romans) inhabited, there was a lack of context to the writing of any information when it came of combat. In a sense, this is correct both on a logistical and simply and socio-economic basis. For the majority of the Empire’s existence, there was a reliance on a large amount of manpower, being:

  • Conscription in the Republican to Late Republican Period,
  • A Professional Army after the Marian Reforms (with a main body of Auxiliary troops) during the Imperial Period.
  • A period of Professional Armies in the Late Roman Empire (for sons of serving veterans and soldiers), with aspects of conscription in periods of emergencies (and only expanded to include son of peasants, as opposed to town-dwellers). In the Eastern Roman case, this usually consisted of professional soldiers.
  • The Thematic System from the 7th Century, whereby men were recruited as semi-professional soldiers based on the reward of coin and land. This was also supported by a limited contingent of small-professional regiments called Tagmatas.
  • The Tagmatic army from the 9th Century onwards that consisted of professional regiments, with a small elements of once larger Themes.
  • The Komnenian period which relied solely on mercenary regiments and Tagmatas until the Sacking of Constantinople in 2014.
  • Post Latin Empire after 1261, which relied on mercenaries and city militias due to a lack of funding

The periods illustrate an immensely diverse set of periods too broad to cover in this article, however for the purpose of this article these are simply indications. What it indicates is an extended period of time in which a large amount of manpower in proportion to the population of the Empire (or Empires) was either trained or armed martially; which reached 442,000 during the 1st Century.[1] With this in mind, it is understandable why a culture so heavily militarised such as Rome would take for granted a lack of documents recording any Martial Arts. To get a better perspective, one must make a comparison with Europe in the High/ Late Middle Ages.

The earliest record we have for European swordplay is I.33 which is produced at some time around the 1320’s, the next manual which is Fiore’s treatise (The Flower of Battle) dates 1404. During this time there are various factors which contribute to the increasing literacy of Martial Arts. The increase of literacy in Europe in the Late Medieval Period coincided with a greater stride to distribute written literature.[2] This may coincide with the economics caused by the Black Death, which is said to have wiped out an estimated 45-60% of the European population[3]. The death toll, which in some places such as Italy amounted to 75-80%,[4] meant a loss in a large portion of the population and therefore the necessary knowledge that comes with Martial Arts. For many, that also meant the preservation of certain Martial forms which were falling out of popularity or were no longer used. Mair (1517-1579) illustrates this in his treatises, stating the reconstruction of Martial Arts which no longer existed; therefore the creation of treatises come into play when orally passed information can no longer be taken for granted. From these prospects, one theme links in conjunction with all these factors being the commonality of passed down information, both due to illiteracy and because it was common knowledge to the people living at this time. Therefore, it was not necessary to note down information that was taken for granted. It is therefore understandable to a common skill for the illiterate.

In the Roman case, one would be tempted to draw a similar conclusion. For an Empire/Empires that were so militarised it makes sense that it would not a necessity to write down information that was simply taken for granted. However, this provides inconsistencies in various cases that would suggest otherwise. For example, surrounding Empires who were as educated as the Eastern Romans noted down their expertise. A surviving example we have is the military treatise of Munyatu’I-Guzat which covers cavalry techniques and another treatise archery, dated from the 13th Century. Even earlier, the Agni Purana covers Indian Martial Arts in its work, dating from the 8th Century. Not only would these cases be non-existent if the similar case was compared to the European one, it is inconsistent when seeing Western European cases being compared to the Roman ones. Indeed, the Romans even in the Dark Ages displayed a literate population; though small, was larger in proportion to other European Kingdoms and Empires until the 13th and 14th Centuries, especially with a constant time-frame of capable and well-educated officers, scholars, clergy and bureaucrats.[5]

The comparatively high literacy and scholarship of the Roman World (both in Antiquity and the Medieval Period) also displays the obsession the Romans had with recording everything. For example, our knowledge of Classical educated Latin (and it’s pronunciation) survives in 18 volumes of works on practical usage of Latin, such as Comenius’ ‘Vestibulum’ and Orvis Picus, the main summaries for these can be found in works such as W.Sidney Allen’s Vox Latina and Bennet’s work The Latin Language: A Historical Outline of its Sounds, Inflections and Syntax. In all things, the Romans were obsessed with introspectively discussing and noting down their works and more importantly the methodology of those works, as a way of emulating the Hellenic fashion and displaying their definition of what encompassed Culture and civilisation. A similar case can be applied to Martial Arts as well.

Mr. George E. Georgas explains how to fence with weapons of Palaiologian era.
Mr. George E. Georgas explains how to fence with weapons of Palaiologian era.

The evidence we have is minimal for the Roman/Eastern Roman case, however there are indications that such Martial Arts existed and were documented. The Oxyrhynchus Papyrus is a fragmentary 2nd Century AD Greek Wrestling manual that existed at the time of Roman Rule in Egypt, well after the fall of the Ptolemaic Dynasty. This emphasises a lineage and tradition of wrestling that was adopted by Roman institutions and encouraged; something which would have continued well after the Justinian Period and may have even integrated with Ottoman Folk wrestling styles after the end of Roman influence in Anatolia. Other works are mentioned however are either lost or no longer exist. For example, Pliny the Elder states he wrote a manual on the use of the javelin and mentions that persons engaged in other contests of quoiting, running, leaping, wrestling and boxing. When quoting the javelin, he states “Those who use the javelin are well aware how the horse, by its exertions and the supple movements of its body, aids the rider in any difficulty he may have in throwing his weapon”.[6] This indicates Pliny’s firm understanding of the biomechanics linked to the Javelin by connection between rider and horse; the issue is a lack of technical detail that exists in the Javalin manual that no longer exists. Others such as Julius Caesar are also said to have patrician families to train his best gladiators, which indicate certain families promoted their own style of Martial Arts that may have been well documented.[7]  These indicate a complex and diverse mix of Martial Arts that existed in Antiquity and most likely were inherited by the Eastern Romans after centuries of assimilation. This probably took the form of different styles that were amalgamated and, with the as over-reliance of the military, institutionalised.

Other works such as Vegetius, comment on the use of the Roman Legionary in combat. Vegetius states that legionnaries “were likewise taught not to cut but to thrust with their swords….. A stroke with the edges, though made with ever so much force, seldom kills, as the vital parts of the body are defended both by the bones and armour. On the contrary, a stab, though it penetrates but two inches, is general fatal.”[8] However despite the technical detail given, Vegetius seems to be following a tradition that was commonplace throughout the scholarship in the Empire; a harkening back to classical warfare and the “triumphant” past of the Empire, something writers such as Tacitus frequently did with comments on the political role of the Senate.  His descriptions are based on the Roman Military from the mid to late Republic and the Early Empire, a far distance from the Late 4th Century Vegetius lived in. Furthermore, Vegetius has neither military experience or ever seen any Roman soldiers in action and like many Roman sources, complies material from all ages, regardless of the statements made.[9]  According to his own statement, the sources used were Cato the Eldar, Cornelius Celsus, Frontinus, Paternus and the Imperial Constitutions of Augustus, Trajan and Hadrian. This conforms with a tradition that was evident also in the writing of Roman Military Manuals which, with exceptions of works such as the Strategikon of Maurice which provide a realistic insight into the Roman military due to codifying experience in the Balkans and Persia; manuals before and afterwards would follow the tradition of idealistically harkening back to a more classical form of warfare. For example, Tactica of Emperor Leo VI the Wise drew heavily on earlier Hellenic authors such as Onasander and Aelian, and therefore does not draw on realistic experiences the Eastern Roman Army faced in the 9th Century.[10] This illustrates such limitations that come to the fray when discussing Roman sources.

With the information stated, in what form did the Roman Martial Arts take shape? And if there is a clearly recognisable way to see a Roman ‘tradition’, how did that take shape?

Byzantine Ivory Casket 11-12th Centuries
Byzantine Ivory Casket 11-12th Centuries
  1. The nature of dueling in the Roman/Eastern Roman world

The context of duelling takes multiple dimension in the Roman and later Eastern Roman world.  As will be discussed, this covers a wide period that is both vast and dynamic.

2.1 Judicial Duels

Judicial duels took a pseudo role in the Imperial era of the Roman Empire until the 5th Century, which took to form of Gladiatorial combat. After all, in many ways a Gladiator was bound entirely by their legal standing: in the words of gladiator’s oath as cited by Petronius “He vows to endure to be burned, to be bound, to be beaten, and to be killed by the sword” (Satyricon 117). Furthermore, gladiators, whether voluntary or non-volunteer were legally enslaved because it involved their potentially lethal submission to a master[11]. In Roman Law, anyone condemned to gladiatorial schools was considered to be under the sentence of death unless manumitted, which was seldom absolute.[12] However, those who did achieve manumission were prohibited from performing as to do so would endanger their life.[13] This displays how gladiator games took form until their demise. Though death was considered the proper outcome for combat in the earliest games, this came to halt in the Augustan period due to gladiators exceeding supply and the increase in popular demands for “natural justice”. This is also evident by Emperors such as Caligula and Claudius who refused to spare popular but defeated, which slumped their popularity. Nevertheless, a Gladiator could be spared if they fought well.[14]. However, contrary to popular belief, it was rare for the crowd to decide whether or not a gladiator should be spared.[15] Suetonius comments how in a Gladiator games by Nero, no one was killed “not even noxii (enemies of the state)”.[16] By the 5th Century however, Gladiatorial games had declined compared to their popularity in the 1st Century AD, from a combination of both Christianity, which perceived such games to be murder and a product of pagan sacrificial rituals, and a decrease in popularity in favour of other events such as public hunts and chariot racing. In terms of a comparison with Judicial duels in Western Europe during the Late Medieval and Early Modern Period, this conforms to a mixture of both entertainment and an enactment of law which at times was done as a public spectacle.

 

Fresco from St. Panteleimon Monastery
Fresco from St. Panteleimon Monastery

Gladiatorial games however seem to the be the only context in which judicial duels take place, the similar case of judicial duels in the Medieval/Early Modern period being quite alien to the Romans. Culturally, duelling outside the confines of what was socially acceptable was not the norm and certainly not valued in the Roman World. To do so, both in the Roman and Eastern Roman worlds was a symbol of the uncultured. Put simply, duelling solely for judicial reasons was seen as a product of the barbarian and what the Romans perceived to be as an uncivilised system. The Roman legal system provided a framework that clearly supplemented any means in which to settle disputes; in this case it was through the common law (and later civil law) that modelled itself on the Hellenic model of oratory skills, rhetoric and debate. According to Rosenstein the Romans: “believed that their system had developed over generations through the accumulating wisdom of their ancestors, not through a single act of legislation” and that provides a firm basis when the Roman political system is looked at.[17] This is not to suggest violence in Roman society was absent, indeed there are countless amount of cases. However, there had always been a social/cultural standard in which a Roman would be expected to conduct themselves when dealing with legal matters.

Also, within the Roman world  there emerged a clear divide between the civilian and military sphere during the Empire. Even beforehand when citizens were conscripted to serve the Republic, and later when the rural populace were conscripted in times of emergencies, there is always the distinction that combat did not take a legal dimension. This was ideally linked to the idea of the Politeia, the idea of a civic community where polity was the embodiment of the people’s will. In other words, it took the form of the “Republic” in the classical sense. An Emperor or King could be a “Republican Emperor/King” if they were ones to embody the living community, and as a result society would operate via a social contract. Cicero wrote similar ideals in his work Res Publica and emphasises the higher obligations of the person, in comparison with the community and the application of stoic thought by applying law to all people at all times.[18] In many ways, the ideal behind civic and political identity was Roseau-like and indeed, Roseau was heavily inspired by this ideal that had been evident in Antiquity. In the 6th Century on the frontier with Persia, Roman troops mutiny in north-eastern Turkey. The priest of the city appealed to their faith in God but when not listened to, he asked them instead to appeal to their politeia and was successful in doing so.[19] This illustrated a clear identity when it came to civic/political identity, one which differed to a military one. The political and civilian framework, supported by an inherited legal system, satiated the need for determining legal matters via duelling. What is clear is with the exception of duelling for entertainment in accordance to Roman law, judicial duels were alien and would not have been experienced by inhabitants of the Empire throughout its lifetime.

14152163_1093216594059138_1775849830_o (2)

2.2 Non-judicial duels     

From the previous section, it is clear that the Romans did not engage in duelling for judicial reasons, and such a context was seen to be out of the ordinary. However, that does not imply that duelling itself would not have been alien to a Roman, either as a social function or a military one. After all, like their Hellenic predecessors in events such as the Olympics, the Romans and Eastern Romans would have engaged in Martial Sports as a social function in conjunction with preparing for war. It is clear that these continued on, well into the existence of the Eastern Roman Empire who inherited these Martial Institutions. At the Battle of Dara in 530, one of the personal assistants of Bouzes, one of Justinian’s Generals,  duelled two Persian champions and succeeded due to his practice in the wrestling school.[20] According to Court Historians, Basil is said to have won a wrestling match against a boastful Bulgar in the 9th Century.[21] There is a continuity of theme that illustrates duelling was seen as the norm in military conflicts in the Roman World, or at least on campaign where it was expected such Martial Arts would be used. Such use could serve practical functions. Skylitzes narrates that the Emperor John I Tzimiskes proposed to Sviatoslav I of Kiev to decide the outcome of their battle in single combat; arguing that the death of one man would settle their dispute.[22] This demonstrated that, contrary to the West, dueling were not a part of a Chivalric culture and either aimed to undermine the morale of the opposing army or to save the lives of the soldiers on both sides.

After the Battle of Manzikert and the loss of a large pool of manpower resulting from civil wars and military setbacks, Emperors such as Manual I seems to have adopted Western customs such a duelling and jousting; even participating in jousting himself due to his enthusiasm.[23] However, even in this sense, the Eastern Romans were reluctant to duel in a social context. Alexios by the time of the Crusades, was well aware of the attitudes of Western Knights and when challenged to single combat by one of them ‘seeking adventures’, was quick to avoid confrontation and not adopt their chivalric practices.[24] Indeed, duels stayed in the confines of campaigns. For example, in 1139 in a battle between the Eastern Roman army and the Turkish Danishmedids around Neokaisareia, a Eastern Roman Emperor requesting his nephew John to hand his horse over to a distinguished Italian Knight. In this case, John did not like the order and instead challenged the Knight to single combat.[25] Though judicial in nature, over possession of the horse, we do not know if this was chivalric in nature; though it does point to some Western influence in the Eastern Roman Army.

What does become evident, is how duelling becomes aware in the Eastern Roman Army. This becomes an trend which shows a mixture of admiration and an integration of customs from the mercenary Tagmatas that served the Emperor. The case of John shows a hurting of John’s pride. Nevertheless John’s case is a unique one that may have had more to do with rivalry that illustrated tension between the Eastern Romans and Crusaders. In other cases, duelling is both non-personal on the battlefield and is confined to Western Mercenaries. According to the Niketas Choniates chronicles, the Eastern Roman Army was besieging the Cicilian fortress of Baka. Constantine, an Armenian nobleman who was inside the stronghold, insulted John’s wife with obscenities.[26] Moreover he challenged  any Eastern Roman troops to a duel. After hearing this abuse, John ordered his generals to find an opponent for Constantine among his soldiers. After a duel with swords, Constantine was slain with no real change in the siege. This also demonstrated the use of duelling that was still limited to a military environment and despite the custom of social duelling in Cilicia (as a result of the First Crusade), in this case a soldier was chosen to duel who was presented with gifts afterwards, rather than John fighting himself.[27] It implies that whereas Western practices had certainly impressed the Eastern Romans, duelling in the Western sense was not adopted and this suggest interaction between the Eastern Romans and Western Mercenaries was limited. For the majority of Eastern Romans, duelling was a matter entirely settled on the battlefield.

11391740_712101652246062_2870595376188279719_n

  1. Roman Treatises

Duelling was expected to be commonplace in some circumstances, contrary to the belief that the Romans did not partake in single combat. However, this does provide the dilemma of availability, particularly in the realm of usage. A large number of Roman manual on strategic matters exist, which go into careful detail, however a minuscule amount provides some idea of how a Roman soldier may have technically fought at any one time. Put simply, why are there treatises for strategic but not individual combat? For this, other examples would need to be looked at which provide a basic theme towards the end of the Roman Empire in antiquity.

Marcus Tullius Cicero was the epitome of what embodied the ideal Roman politician. In his life (from 106 B.C to 43 B.C) he was a Roman philosopher, statesman, lawyer, orator, political theorist, consul and constitutionalist. He came from a wealthy municipal family of the equestrian order and is of the greatest orators and prose stylists in Roman history. With this in mind, it is surprising to find that a large number of his works exist, both on letter writing and philosophy. For many scholars in the Early Middle Ages, his works was considered the master of Latin prose as well as the epitome of articulating oneself in writing. Augustine of Hippo credited Cicero’s lost Hortenius for his eventual conversion to Christianity in his work Confession and was greatly admired by Early Church theologians, especially on natural law and innate rights. His works, and thus information on the Late Republican Period, have been preserved is alsdo due to the use of his work in letter writing, which was used as a framework to correspond in the Medieval Period and later was manifested further in the Renaissance with the re-emergence of Classical works.[28] It is for this reason that after the fall of the Roman Empire, Cicero’s works were deemed “rightful pagan” and therefore could correspond to Christian theology and doctrine. For the clergy, stateman and aristocracy, Cicero works found a practical use which provides the basis for letter writing today.

The 'Byzantine fist'
The ‘Byzantine fist’

In a similar case, the status of Roman military manuals were preserved due to their usefulness for those who needed military guidance or to emulate tactics in the art of war. Vegetius’ De Re Militari became a popular manual on warfare in the Middle Ages despite some information becoming unsuitable for later time periods.[29] For example, the work became important in the late Carolingian period through Hrabanus Marurs (856 AD), who used the text for his own manual De Procincta Romaniae Militae.[30] Similarly, the work was preserved through the Medieval period as a way of practically applying military tactics on the battlefield. With this in mind, it is applicable to see military manuals as of a higher importance than ones which deal with technical combat. For a general or nobility who sought to utilise works on combat, having information on how to applying tactics on a strategic level, logistics, engineering, siege works etc, was far more valuable when going on campaign. Treatises which deal with individual combat in this context would bear little application on the use in state affairs. Specific techniques may not conform to the same equipment and weapons of the time period, meaning for warriors going to war there would be large inconsistencies. This also would have discrepancies in a feudal environment, which did not fit into the same structures as those of the Roman Empire. It would not be until the 11th Century when the Empire, out of necessity, adopted pseudo-feudal practices as a means of survival.

In parallel with Western Europe, it would be simple to conclude that there was a greater emphasis on the importance of strategic manuals, rather than technical ones. In various cases, similarities can be observed in parallel with the Eastern Roman Empire despite the differences mentioned. The growth of Christianity resulted in the burning of many pieces of valuable literature, such as the remnants of the Library of Alexandria at the end of the 4th Century. Furthermore, numerous works were probably destroyed as a result of war and the sacking of Constantinople in 1204 in which the Library was Constantinople was destroyed. In that time period, there existed a greater literacy in the Empire compared to Western Europe until the High Middle Ages as well as a multitude of works which are no longer available to us. For the argument that there was a lack of technical works on combat, this falls flat due to the tradition of Roman writings which continued in fashion until 1453. Therefore, one cannot conclude that the absence of such writings give way to a more generalistic or simplistic way of fighting. For example I.33 shares many similarities in its stances and biomechanics as the depictions on the ‘Byzantine’ Ivory, of stances and warriors engaged in combat. By the tenth Century, the Holy Roman Empire came to be one of the Eastern Roman Empire’s enthusiastic clients; especially when Roman noblewoman Theophano became the wife of Otto II in 873 and military contact became more extensive, especially with the use of mercenary troops by both Empires.[31] To the Historian, this gives way to an institutional structure of Martial Arts that was both sophisticated and practiced when not on the battlefield.

  1. Conclusion

In the atmosphere of lacked treatises and the evidence we have, it is easy for one to conclude that this implies a simplistic Martial Art; applied only to the battlefield. However, the Romans amalgamated and adopted a means in which to duel and engage in individual combat. The difference to Western Europe is a matter of context. Though duelling in Western Europe (depending on the location) was used as a legal and social mechanism to solve disputes, such mechanisms was alien to the Romans. Though Gladiatorial fighting can be seen as a means of judicial duelling based on the framework of Roman common law, in other contexts duelling was seen as acceptable practice only in the form of both sporting (as with Basil I and wrestling) or more importantly as a military application. To do so was to serve a function of both undermining the enemy’s morale and also as a way of preventing bloodshed. Even with the influence of Western Europe during the 11th Century and the Crusades, duelling still stayed as an entirely military affair. Outside of the battlefield, Roman law satiated any disputes through the Hellenistic tradition of rhetoric and types of laws; which also was linked to the Greco-Roman political and civilian idea of the politeia which created a firm divide between civilian and military affairs. Nevertheless, Martial Arts and duelling served a function in the Roman world that was both dynamic and sophisticated, as well as institutional, and any knowledge  of how this played out is unavailable due to a lack primary source material existing anymore. As a result, it will be the work of experimental archaeologist who will attempt to reconstruct Roman Martial Arts based on the evidence we have.

Bibliography

Primary Sources

Constantine Paparrigopoulos, History of the Greek Nation, Db, 121

Delphi Complete Works of Pliny the Eldar, (Delphi Classics: UK, 2015), Chapter 65

John Skylitzes, John Skylitzes: A Synopsis of Byzantine History, 811-1057: Translation and Notes, Ed  John Wortley (Cambridge University Press, Cambridge, 2010)

Niketas Choniates, O City of Byzantium: Annuals of Niketas Choniates. Ed, Harry J. Magoulias (Wayne State University Press, Detroit)

Procopius, History of the Wars, Ed Lillington-Martin , 2006, 2007, 2008 and 2013  Book 1, Chapter 13

Source: Book 1 “Not to cut, but to thrust with the sword”, De Re Militari: The Classic Treatise on Warfare at the Pinnacle of the Roman Empire’s Power (LEONAUR: UK, 2012).

 

Secondary Sources

B. Poliakoff, Michael, “Wrestling, Freestyle” from Encyclopedia of World Sport: From Ancient Times to the Present, eds. David Levinson and Karen Christensen (Santa Barbara Inc, 1996)

Charles Hamilton, Albert, The Spencer Encyclopedia (University of Toronto Press: London, 1990)

Fagan, Garrett, The Lure of the Arena: Social Psychology and the Crowd at the Roman Games (Cambridge University Press: Cambridge, 2011)

Febvre, Lucien and Henri-Jean, Martin,  The Coming of the Book: The Impact of Printing 1450–1800 (Verso: London, 1997)

Futrell, Alison, A Sourcebook on the Roman Games (Blackwell Publishing: Oxford, 2006)

G.R Watson, The Roman Soldier (Aspects of Greek and Roman Life) (Cornell University Press, 1993)

J. Andrew Borkowski and Paul J du Plessis, Textbook on Roman Law (Oxford University Press: Oxford, 2005)

Kaldellis, Anthony, The Byzantine Republic: People and Power in New Rome (Harvard University Press: Harvard, 2015

Lintott, Andrew, Cicero as Evidence: A Historian’s Companion (New York: Oxford university Press, 2008)

MacMullen, Ramsay, How Big was the Roman Army? KLIO (1979)

Mouritsen, Henrik, Plebs and Politics in the Late Roman Republic ( Cambridge University: Cambridge, 2007)

N.G. Wilson, Scholars of Byzantium, (Medieval Academy of America: Cambridge USA, 2013)

N. Luttwak, Edward, The Grand Strategy of the Eastern Roman Empire (Harvard University Press, 2009)

N.P. Milner, Vegetius: Epitome of Military Science (Liverpool, 1993)

 

Articles

Benedictow, Ole, ‘The Black Death: The Greatest Catastrophe Ever’, History Today Volume 55 Issue (3 March 2005)

Alex Rodriguez Suarez, The Western presence in the Eastern Roman Empire during the reigns of Alexios I and John II Komnenos (1081-1143), (King’s College: London, 2014)

Bernard S Bachrach, ” A ‘Lying Legacy’ Revisited. THe ABels-Morillo Defense of Discontinuity.” Journal of Medieval Military History 5 (2007)

Timothy Dawson, The Walpurgis Fechtbuch: AN Inheritance of Constantinople, Arms and Armour, Vol. 6 no. 1, 2009, 79-92,

 

Audio Sources

Daileader Philip , The Late Middle Ages, (The Great Courses: Washington DC, 2007)

 

Footnotes

[1] Ramsay MacMullen, How Big was the Roman Army? KLIO (1979), p. 454.

[2] Lucien Febvre and Martin, Henri-Jean, The Coming of the Book: The Impact of Printing 1450–1800 (Verso: London, 1997).

[3] Ole J. Benedictow, ‘The Black Death: The Greatest Catastrophe Ever’, History Today Volume 55 Issue (3 March 2005).

[4] Philip Daileader, The Late Middle Ages, (The Great Courses: Washington DC, 2007).

[5] N.G. Wilson, Scholars of Byzantium, (Medieval Academy of America: Cambridge USA, 2013), pp. 1-2.

[6] Delphi Complete Works of Pliny the Eldar, (Delphi Classics: UK, 2015), Chapter 65.

[7] Henrik Mouritsen, Plebs and Politics in the Late Roman Republic ( Cambridge University: Cambridge, 2007) p. 97.

[8] Source: Book 1 “Not to cut, but to thrust with the sword”, De Re Militari: The Classic Treatise on Warfare at the Pinnacle of the Roman Empire’s Power (LEONAUR: UK, 2012).

[9] G.R Watson, The Roman Soldier (Aspects of Greek and Roman Life) (Cornell University Press, 1993), pp. 25f.

[10] Edward N. Luttwak, The Grand Strategy of the Eastern Roman Empire (Harvard University Press, 2009), p. 305.

[11] Alison Futrell, A Sourcebook on the Roman Games (Blackwell Publishing: Oxford, 2006), p. 157.

[12]J. Andrew Borkowski and Paul J du Plessis, Textbook on Roman Law (Oxford University Press: Oxford, 2005) pp 11-12.

[13] Ibid, p. 95.

[14] Alison Futrell,, pp 144-145.

[15] Ibid, p.101.

[16] Fagan, Garrett, The Lure of the Arena: Social Psychology and the Crowd at the Roman Games (Cambridge University Press: Cambridge, 2011), pp. 217 – 218, 273, 277.

[17] Ibid, p. 257.

[18] Andrew Lintott, Cicero as Evidence: A Historian’s Companion (New York: Oxford university Press, 2008), p. 233.

[19] Anthony Kaldellis, The Byzantine Republic: People and Power in New Rome (Harvard University Press: Harvard, 2015).

[20] Procopius, History of the Wars, Ed Lillington-Martin , 2006, 2007, 2008 and 2013  Book 1, Chapter 13.

[21] Michael B. Poliakoff, “Wrestling, Freestyle” from Encyclopedia of World Sport: From Ancient Times to the Present, eds. David Levinson and Karen Christensen (Santa Barbara Inc, 1996), Vol. 3, p. 1193.

[22] John Skylitzes, John Skylitzes: A Synopsis of Byzantine History, 811-1057: Translation and Notes, Ed John Wortley (Cambridge University Press, Cambridge, 2010) pp. 307-308.

[23] Constantine Paparrigopoulos, History of the Greek Nation, Db, 121

[24] Alex Rodriguez Suarez, The Western presence in the Eastern Roman Empire during the reigns of Alexios I and John II Komnenos (1081-1143), (King’s College: London, 2014) p. 233.

[25] Ibid, p. 237.

[26] Niketas Choniates, O City of Byzantium: Annuals of Niketas Choniates. Ed, Harry J. Magoulias (Wayne State University Press, Detroit),  pp. 22-25.

[27] Alex Rodriguez Suarez, p. 234.

[28] Albert Charles Hamilton, The Spencer Encyclopedia (University of Toronto Press: London, 1990), p. 434.

[29] N.P. Milner, Vegetius: Epitome of Military Science (Liverpool, 1993), p. xiii.

[30] Bernard S Bachrach, ” A ‘Lying Legacy’ Revisited. THe ABels-Morillo Defense of Discontinuity.” Journal of Medieval Military History 5 (2007), P. 182.

[31] Timothy Dawson, The Walpurgis Fechtbuch: AN Inheritance of Constantinople, Arms and Armour, Vol. 6 no. 1, 2009, 79-92, p. 87

It is time to talk about why the Byzantines never wrote fencing manuals

 

By John Dandoulakis member of the Academy of Historical European Martial Arts ‘Leontes’
BA War Studies, MA European & International Politics

It is common knowledge – and sense – for all HEMA practitioners and enthusiasts that a nation cannot possess a legitimately medieval/historical martial art, and in particular a distinct fencing method if this has not been recorded in primary sources: the Manuals.

And the talk of the town of course is none other than “byzantine hoplomachia” and its place among modern Historical European Martial Arts. And since HEMA is mostly associated with the northern European two-handed longsword, the question naturally arises: – How can there be a byzantine HEMA when Byzantines did not have longswords? Therefore the answer is simple. Byzantines/Grecoromans were always adopting foreign successfull military customs and weaponry. The same applied to the western longsword. Following the collapse of the thematic system in the late period, and since the Komnenian reforms, the Imperial Army attempted to assimilate western European heavy cavalry capabilities, yet only in appearance and not in their entire true nature, as we shall see below. Hence late Byzantine/Grecoroman higher military officials and the nobility were trained and used the longsword as a superior weapon of their era. It is also worth noting that in their thousand-years long history, Byzantines/Grecoromans used other two-handed weapons too, while the longsword was not alien to their culture: the spathion (σπαθίον) was an one-handed longsword, there is also sparse evidence of early byzantine two-handed swords, and finally the preferred weapons of the famous Akrites were the apelatikion (απελατίκιον), which was a massive two-handed mace, and the ravdion (ραβδίον), which was a two-handed staff.

Yet again: apart from a few written descriptions of duels and individual attacking moves in byzantine sources, and despite all the hagiography of military saints, there exists no written treatise or manual on the exact use of these weapons, but one can only safely argue that since, even in Western Europe, fencing manuals do not exist before 15th century, much like their contemporary European neighbours, Byzantines/Grecoromans had developed a similar fighting tradition and were in fact in communication among them.

Therefore the most tantalising question is this: – How can you have a “byzantine” fencing martial art when there are no byzantine fencing manuals? People today reasonably ask. And yet everybody knows that, statistically the Byzantines/Grecoromans fought the greatest number of wars of all medieval Europeans combined; and successfully for the larger part too. And of course, they used swords, spears, maces, bows and all sorts of weapons, but surprisingly no written evidence survives as to how exactly they used them. So how on earth did they do it?!

The answer to this apparent oxymoron is simple: Byzantine/Grecoromans never wrote manuals for individual combat because they… did not need them! Because, unlike medieval Western Europeans, and true to their ancient Greek and Roman inheritance, they fought in a disciplined fashion. Whereas instead, the Western Europeans – and up until the time of the Swiss pikemen – did not fight in discipline but, even the heaviest and strongest European knight armies, fought in an irregular (barbaric according to the Greeks) fashion.

Now of course, the above just mentioned point is also common knowledge. Why, however is it important to the “byzantine oxymoron” in modern HEMA? The Byzantines/Grecoromans possessed a highly sophisticated art of warfare, which was the culmination of all ancient Mediterranean civilizations. They had actually combined all the best aspects of pre-gunpowder warfare: Roman discipline and professionalism, Greek ingenuity and tactical cunningness, Persian armory and weaponry, Scythian/Hunnic/Asian Nomadic cavalry tactics. What byzantine warfare involved was far more advanced than personal valour, strength and the sheer volume of numbers that medieval Western European armies relied upon.

Even the main weapons that symbolise today western European and Byzantine warfare speak of this civilisation gap: Western and Northern Europeans used mostly heavy broad swords or the famous two-handed longsword. This weapon was devastating in the hands of a heavy armoured medieval knight who, even when fighting on foot, relied on the thrust of this powerful charge and who basically fought individually (he had to, in order to maintain his position and power in the medieval feudal system of politics) and not in close, disciplined maniples, as was the Grecoroman tradition. Hence the rise of the medieval duels, which later in the Renaissance developed into a kind of sport for the rich European aristocrats.

On the contrary the Byzantine/Grecoroman world was composed in an “ecumenical” manner, stemming from the “koina”of the “polis”, based upon an anthropocentric social setting which was based and gave importance to the cohesion of local communites. This was perfectly mirrored into the thematic system: each imperial region made up its own military units, made up of brotherly bonded individuals who had been trained to fight as a phalanx. It was not the locally restricted Athenian democracy of Pericles, it was something even greater: an “ecumenic” communally based democracy headed by a commonly accepted and accountable Emperor.

Therefore Byzantines/Grecoromans were trained hard to fight in discipline and used either spears or one-handed swords of various sizes, intended to be used in a close phalanx formation: the Grecoroman soldier always carried a shield on his other hand, a large scutarion if he was a heavy infantryman, or a smaller cheroscoutarion if he was a light auxiliary or an archer. Even heavy cavalry fought in strict discipline and close formation. When a military is thus advanced the emphasis relies less on individual strength and skill and more on discipline and drilling, because in close formation one man covers the weaknesses of the next, and he relies on the protection of his companions. Byzantine soldiers would never have had enough space to wield a two-handed longsword in such conditions. So the attacks were simple: thrust with spear or cut with the sword. Simple, fast and automatic: this is the basis of advanced disciplined warfare. Anything more than that was considered by the Byzantines/Grecoromans as impulsive and reckless and largely characteristic of the “barbarians”.

This is the reason why Emperors composed tactical manuals: they wrote the “Strategika”, professional treatises on warfare and strategy, which the Byzantines/Grecoromans had advanced into a science itself. Coming from their point of view, of what use could a “fencing manual” (which can only include elaborate moves for individual attacks) be to such a large professional corpus, as the Imperial Army was? Very little, if none at all.

 But… can it be a “martial art” if it was not intended for individual combat/duels? Well: A) one does not exclude the other. That is to say Byzantines/Grecoromans fought individual duels too, but that was in no way the basis of their warfare and military culture. B) For the Grecoroman world nothing can ever properly be “martial” if it does not include phalanx drills. C) It does include hand-to-hand combat, which also originates from ancient greek pygmachia. That is why it is today called “pammachon”. Because it involves an holistic view of warfare and martial arts.

Coming back to HEMA, the fact itself that in Western Europe fencing became a kind of “sport”, and the first Italian and German fencing manuals were written by the time the first regular infantry armies appear around late 15th century, is indicative of the fact that fencing mirrors a rather primitive method of warfare, rendered obsolete as Western Europe advanced, and was kept only as a nostalgic reminder of a legendary past.


Sources:
-Jan Willem Honig, Warfare in the Middle Ages, London, Routledge, 2001
-Philip Sabin, ed., The Cambridge History of Greek and Roman Warfare, 2007
-Ian Heath, Byzantine armies 886-1118, Osprey Publishing 1979
-Anthony Kaldellis, The Byzantine Republic – People and Power in New Rome, Harvard University Press, 2015
-George Contogiorgis, The Hellenic Cosmosystem, vol. II, Athens, 2014
-Warren Treadgold, A History of the Byzantine State and Society, Stanford University Press, 1997
-Warren Treadgold, Byzantium and Its Army: 284-1081, Stanford University Press, 1998
-“Tactica” of Leo VI the Wise, 9th c. AD
-Epic of “Basilios Digenis Akritas”
-http://dimitris-a-skourtelis.blogspot.gr/p/blog-page_7.html
https://byzantineoplomachia.wordpress.com/what-is-pammachon/
-http://protostrator.blogspot.gr/2010/12/blog-post_19.html

Bastons – The medieval wooden swords of the Byzantines and Francians.

 4717363920_117d7e1cf9_b

By George E. Georgas, fencing coach and instructor of Pammachon and Historical Swordsmanship

 The soldiers of the Eastern Roman Empire were trained in swordsmanship with wooden weapons. This piece of information comes from the Tactics of Leon the Wise. Three centuries after Leon, though, both the Greeks and the Francians that had conquered the Empire’s territories were also trained with wooden swords, called ‘bastons’ by the Greeks and by the Francians. This piece of information comes from a popular Greek saying that survives to this day. “I found them bastons.” said when someone wants to explain that they foudn something very difficult. This phrase is connected to a real incident that happened in medieval Corinthus during the Francocracy. It was 100 years after the razing of Corinthus by the Francs, who were celebrating the razing of the fortress of Acrocorinthus after the brave resistance of the Greek Leon Sgouros. The high point of the celebrations were the jousts.

Two were the best knights that year, Guy, Duke of Athens and a Norman, Bussar, a famed rider and warrior. The same day, though, the Bailiff of the Principality of Achaea, Nicholas III of Saint Omer, challenged the Count Palatine of Cephalonia John, who was a gasmule. John was half Greek and half Francian, since his mother was Anna Angelina, daughter of the Despot of Epirus, John Angel, and his father was Richard Orsini. John was afraid of his opponent’s strength and so declined the challenge, claiming his horse was unfit.

The Norman knight Bussar, though, defending the Bailiff of the Principality of Achaea, Nicholas, rode John’s horse and performed many maneuvers, earning the crowd’s adoration, after which he announced for all to hear “Here is the horse that they told us was unfit.” John was publicly shamed.

He sent his squire to steal Bussar’s swords from his tent and replace them with two wooden training swords, which he placed inside the scabbards of the real ones. Immediately after that, John challenged Bussar to a duel, which Bussar gladly accepted. When the duel began, Bussar drew his sword but to his surprise he found himself holding a ‘baston’. He threw it away and drew his other sword but he realised that was a baston as well. John then wounded Bussar piercing his chest and killing him.

From that duel comes the saying we mentioned earlier, but we also learn that the knights and soldiers were trained with wooden swords they called bastons. What else do we learn from this medieval story, other than the guile of Greeks? The knight Bussar failed to notice that the swords he was carrying were wooden. So the wooden swords were approximately the same weight as real swords, and their grips must have been constructed similarly. This of course contradicts the information from the Tactics of Leon the Wise, where the emperor advises his generals to train their main daily with wooden swords, and if they don’t have those, then to use reeds or tree branches. They are also completely different from the sword-staff of the Acrites, that were wooden swords, but were constructed to be lethal, since they were very sharp and pointed. It is logical, though. Not only have three centuries passed, but also in the case of Leon we have the mass training of soldiers, while during Bussar’s day we have the training of nobles, who have the resources to craft high quality training weapons.

Bibliography

-Τακτικά Λέοντα του Σοφού
-Το Χρονικό του Μορέως
– «Βυζαντινων Βίος καί Πολιτισμός», Φαίδων Κουκουλές
– Σύνοψη Ιστορικών του Ιωάννη Σκυλίτζη
– Ραβδοσπαθιά, το σπαθί των φτωχών, Ευτύχιος Τζιρτζιλάκης