Εξάσκηση σε σταθερό στόχο με παραμηριον ( Βυζαντινή σπάθη )

Η εξάσκηση σε σταθερό στόχο είναι αναπόσπαστο κομμάτι της σπαθασκίας και της ξιφασκίας. Ουσιαστικά είναι μια μέθοδος εξάσκησης που έχει επιβιώσει έως τις μέρες μας. Πρώτη αναφορά έχουμε στο De re military του Publius Flavius Vegetius Renatus που περιγράφει την εξάσκηση των λεγεωναρίων σε αυτή την μέθοδο ως Armatura. Σύμφωνα με τα εγχειρίδια υψηλής στρατηγικής των Βυζαντινών αυτοκρατόρων η εξάσκηση αυτή ήταν σε εφαρμογή τόσο στην εποχή του αυτοκράτορα Μαυρίκιου οδό και στην εποχή του αυτοκράτορα Λέοντα του Σοφού. Η εξάσκηση αποτελούνταν από σειρά σύνθετων επιθέσεων ή αποκρουσεων και αντιξιφισμων ή αντισπαθισμων και αντεπιθέσεων σε αρμονία με κίνηση των ποδιών ( ή χωρίς αυτά ) με διαφόρων ειδών σπαθιών και με χρήση ασπίδας ή χωρίς αυτή. Εδώ έχουμε εξάσκηση στο παραμηριον/σπάθη χωρίς ασπίδα και με δύο παραμηρια ( σπάνια τεχνική που την είχαν σε χρήση οι Ακρίτες και κατά την ύστερη εποχη το βαρύ πεζικό μετά από την επαφή τους με την Μεγάλη Καταλανική Εταιρεία ) με διάφορες κινήσεις και εναλλαγές ρυθμού και κινήσεις ποδιών.

Σημ: η εξάσκηση γίνεται με ξύλινα εκπαιδευτικά σπαθιά (κάτι που ήταν πολύ συνηθισμένο στην Ρωμαϊκή και Βυζαντινή παράδοση των πολεμικών τεχνών ,πάνω σε ξερό κορμό ).

Εκπαιδευτής: Γεώργιος Ε. Γεωργάς

Mail: g_e_georgas@yahoo.gr

Μονομαχία, Ελληνική ή Βαρβαρική παράδοση. Η θέση της μονομαχίας στο Βυζάντιο

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά προπονητή Ξιφασκίας, εκπαιδευτή Ενοπλου Παμμάχου, Σπαθασκίας, Οπλομαχιας

Ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης ο οποίος έγινε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης στα 1178μΧ και ήταν και αυτόπτης μάρτυρας της αλώσεις της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς, στο έργο του ‘ Παρεκβολαι εις την Ομήρου Ιλιάδα και Οδύσσεια ‘ παρέχει ένα μεγάλο αριθμό σχολείων πάνω στις Ομηρικές μονομαχίες ανάμεσα στους Αχαιούς και τους Τρώες. Ο Ευστάθιος δίνει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τις μονομαχίες της Ιλιάδας τις οποίες τις αναλύει διεξοδικά. Επισημάνει ότι ο Όμηρος δεν έκανε μνεία στην λέξη ‘ μονομαχία ‘ , αντίθετα χρησιμοποιεί παραφραστικες περιγραφές ή άλλα ρήματα προκειμένου να περιγράψει την πρόκληση και την διεξαγωγή της μονομαχίας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, παλαιότεροι Βυζαντινοί σχολιαστές από τον Ευστάθιο, να έχουν την άποψη ότι οι μόνομαχιες ήταν ξενόφερτο και βαρβαρικό έθιμο διότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν το συνήθιζαν, άρα ούτε οι Ρωμαίοι / Βυζαντινοί ( οι Έλληνες του μεσαίωνα ) έπρεπε να το κάνουν. ( Σημ. Αυτό δείχνει ότι οι Ρωμαίοι είχαν εθνική συνείδηση ότι το γένος τους ήταν Ελληνικό ). Ο Ευστάθιος όμως παρόλο που το αναφέρει αυτό, παρακάτω δίνει την δική του άποψη, ο οποίος δηλώνει ότι οι μόνομαχιες όχι μόνο ήταν κάτι συνηθισμένο στην Ομηρική εποχή , αλλά αποτελούσε και εξαιρετική άσκηση προετοιμασίας για πόλεμο , αλλά και ένδειξη ανδρείας και γενναιότητας. Ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης προχωρά παραπέρα τα σχόλια του , γράφοντας ότι πολλοί εκπαιδεύονταν στην μονομαχία με χρήση ξύλινων ράβδων και καλαμιών , προκειμένου να μην υπάρξουν σοβαροί τραυματισμοί στην άσκηση.

Γράφει ποιο συγκεκριμένα : ” Ότι δε ζηλωτών ην τοίς παλαιοις και το μονομαχείν ως μέγα πολέμου γυμνασμα και ως ανδρείας και ρωμαλειοτητος ένδειξης προδηλον εστί, ως δε ουκ αεί σκοπός ην μονομαχίας ενδινων ψαυειν, αλλά εστίν ου εις μόνην σκιαμαχιαν απετελευτα το έργον ήδη προδεδηλωται. Διό πολλοί και ραβδιοις ή καλαμισκοις αλλήλων κατατιτυσκονται οία μη στοχαζομενοι πληγών, η δε ιστορία μονομαχουντων ζηλωτας γενέσθαι φησιν Κυρηναιους και Μαντινεις. ”

Ο Ευστάθιος μας παραθέτει την διαχρονικότητα της μονομαχίας στο Ελληνικό γένος. Αυτή η πρακτική εξάσκησης με ράβδους και καλάμια δεν ξεχάστηκε αλλά συνεχίστηκε η εξάσκηση αυτή σε όλη την μεσαιωνική περίοδο της Ρωμαϊκής αυτοκράτοριας αφού και τα τακτικά υψηλής στρατηγικής δίνουν έμφαση σε αυτές τις μονομαχίες ,τις οποίες όλοι οι συγγραφείς τις θεωρούσαν εξαιρετικά προγυμνασματα και προετοιμασία για την πραγματική μάχη.

Αν πάμε τώρα στον 13ο αιώνα ο κληρικός Νικηφόρος Βλεμμυδης ο οποίος ήταν Λογοθέτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου ενώ παλαιότερα είχε εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού και επίσης είχε σπουδάσει οπτική, αστρονομία, γεωμετρία και αριθμητική, στο έργο του
‘ Βασιλικός Ανδριάς Λόγος Ηθικός ‘ υπάρχει μια αναφορά στο άθλημα της σφαίρας το λεγόμενο τζυκανιον. Εκεί έχει έναν σχολιασμό για το πόσο ωφέλιμο ήταν η εκπαίδευση στο γυμνάσιο ( άθλημα ) αυτό για στρατιωτική εκπαίδευση.
Ωστόσο ο Νικηφόρος Βλεμμυδης δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στην μονομαχία , αλλά στην οπλομαχία που την διαφοροποιεί. Το ενδιαφέρον ωστόσο έρχετε σε μια παράφραση του έργου του ,υπό την εποπτεία του Γεώργιου Γαλησιωτη ( κληρικού και αξιωματούχου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως) και του Γεώργιου Οιναιωτη. Η συγκεκριμένη παράφραση έχει τίτλο
‘ του σοφωτατου κυρου Νικηφόρου Βλεμμυδου λόγος περί βασιλείας μεταφρασθεις προς το σαφέστερον παρά του σακελλιου της μεγάλης εκκλησίας διακόνου Κύρου Γεώργιου Γαλησιωτου και Οιναιωτου Γεωργίου των λογιωτατων ανδρών και ρητορων. ‘ Ενώ ο μελετητής θα περίμενε ότι είναι μια μεταφορά του λόγου του Βλεμμυδη σε πολλά σημεία οι συγγραφείς προσθέτουν νέα στοιχεία. Το κεφάλαιο 128 του Βλεμμυδη εμφανίζεται διαφορετικό από το πρωτότυπο και δίνει αναφορά στην μονομαχία. Οι συγγραφείς συμφωνούν ότι το τζυκανιον δεν ωφελεί στη εκγύμναση των πολεμιστών στις πολεμικές συγκρούσεις , ωστόσο προσθέτουν ότι δεν βοηθάει ούτε στην μονομαχία. Η αναφορά αυτή είναι περίεργη γιατί ο Βλεμμυδης γράφει για οπλομαχία και όχι μονομαχία. Η αναφορά σε μονομαχία τον 14ο αιώνα είναι πολύ σπάνια , γιατί αυτή τη περίοδο παύουν οι αναφορές για μονομαχίες στα ιστορικά Βυζαντινά κείμενα. Ακόμα πιο παράξενο είναι πως γράφουν για μονομαχίες και στρατιωτικά ζητήματα λόγιοι και ιερείς.
Από τις παραπάνω πηγές μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η μονομαχία δεν ήταν ούτε άγνωστη στον Ρωμαϊκό στρατό ούτε ξενόφερτο βαρβαρικό έθιμο. Ενώ δεν δέχονται ότι το τζυκανιον βοηθά στις πολεμικές τέχνες. Πράγμα που συνηγορεί ότι για να εξασκηθεί κάποιος ορθά στην πολεμική αγωγή θέλει συγκεκριμένα γυμνάσια.

Αν πάμε στον 7ο μΧ αιώνα θα βρούμε την σημαντικότερη αναφορά μονομαχίας σε εκκλησιαστικό κείμενο. Είναι η Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου. Ο συγγραφέας στο έργο του λόγο εις τον Ποιμένα παραλληλίζει τον σωστό πνευματικό με τον ικανό στρατηγό. Ο στρατηγός καλείται να γνωρίζει την θέση και την ικανότητα κάθε στρατιώτη και να τους χρησιμοποιεί ανάλογα την περίπτωση και τις απαιτήσεις των επιχειρήσεων. Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να ενεργεί και ο πνευματικός. Ιδιαίτερη εντύπωση προξενεί το γεγονός ότι ο Άγιος Ιωάννης αναφέρετε ξεχωριστά στην κατηγορία των στρατιωτών που λάμβαναν μέρος σε μονομαχίες. Γράφει ο Άγιος Ιωάννης ότι αυτοί οι στρατιώτες είχαν ειδική εκπαίδευση, ήταν επίλεκτοι και δεν λάμβαναν μέρος σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις, για να είναι ξεκούραστοι. Επίσης τους εκπαίδευαν με ειδικές ασκήσεις που είχαν σκοπό να νικήσουν στην μονομαχία.
Η πληροφορία αυτή σε θεολογικό βιβλίο μπορεί να μας εκπλήσσει, ωστόσο μας δίνει πολλές πληροφορίες. Επιβεβαιώνει ότι όχι μόνο υπήρχαν μόνομαχιες στον μεσαιωνικό Ρωμαϊκό στρατό, αλλά υπήρχε και συγκεκριμένη πρόβλεψη και διαδικασία για τους στρατιώτες που εκπαιδεύονταν για μονομαχία ώστε να μην αποσπάται η προσοχή τους από άλλες ασχολίες του στρατού ( περίπολα, σκοποί, αγγαρείες κτλ). Παράλληλα επιβεβαιώνετε ότι αυτοί οι στρατιώτες αποτελούσαν μέρος μιας ιδιαίτερης ομάδας που εκπαιδεύονταν κύριος για να μονομαχούν. Σε παλαιότερη μάλιστα πηγή ο αυτοκράτορας Μαυρίκιος στο βιβλίο του αναφέρει ότι οι στρατιώτες που εκπαιδεύονται για μονομαχία θα πρέπει να είναι από το βαρύ πεζικό λόγο του εξοπλισμού τους. Συνεπώς μπορούμε να συμπεράνουμε ότι υπήρχε Σχολή Βυζαντινής πολεμικής τέχνης η οποία στελεχώνονταν από στρατιώτες που εκπαιδεύονταν για την μονομαχία. Όχι όμως με την έννοια των δυτικών ιπποτών που αναζητούσαν την προσωπική δόξα και την δόξα του οίκου τους,αλλά την προστασία της τιμής του αυτοκράτορα και της Οικουμένης.

Φωτογραφία 1: Βυζαντινός στρατιώτης με βαρύ εξοπλισμό .

Φωτογραφίες 2-4: Εξάσκηση στο ραβδί του Παμμαχου. Τα ραβδιά και τα καλάμια ήταν ένα χρήσιμο εργαλείο για την εξάσκηση των πολεμικών τεχνών προς αποφυγήν σοβαρών τραυματισμών. Μια παράδοση που συνεχίζεται έως τις μέρες μας.

Η μονομαχία του Μιχαήλ Ξηρού με Σελτζουκο τοξότη

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά, προπονητή Ξιφασκίας,εκπαιδευτή Ενοπλου Παμμάχου, Σπαθασκίας, Οπλομαχιας

1177 μΧ , κάπου στη περιοχή της Λάμπης μετά την μάχη του Μυριοκεφαλου.
Μετά την ήττα των Ρωμαίων από του Τούρκους στο Μυριοκεφαλο, ο αυτοκράτορας Μανουήλ δεν έμεινε άπραγος αλλά εξαπέλυσε αντεπίθεση με επιχειρήσεις μικρής κλίμακος και άρχισε να οχυρώνει την Μικρά Ασία. Σε μια από αυτές τις επιχειρήσεις ένα εκστρατευτικό σώμα υπό την ηγεσία του Ανδρόνικου Άγγελου κινήθηκε στην Λάμπη σε μια περιοχή που ονομάζεται Γραος Γάλα όπου βρίσκονταν ένα οχυρό με το όνομα Χαραξ. Ο Ανδρόνικος όμως ήταν ανίκανος και τράπηκε σε φυγή μια νύχτα μετά το άκουσμα ιαχων από μερικούς Σελτζούκους που είχαν πλησιάσει το οχυρό. Η ατιμωτική φυγή του Ανδρόνικου προκάλεσε την οργή του αυτοκράτορα αλλά παρόλα αυτά δεν έκανε πράξη τις απειλές του για την διαπόμπευση του Ανδρόνικου. Σε αυτή την επιχείρηση κανείς Ρωμαίος στρατιώτης δεν έκανε κάποιο άξια προσοχής πράξη, εκτός από έναν.
Οι Ρωμαίοι είχαν εγκλωβιστεί σε μια περιοχή όπου ένας μόνο Τούρκος τοξότης επέφερε μεγάλες απώλειες στους Ρωμαίους.
Γράφει ο Χωνιάτης: “… πολλούς των παριοντων Ρωμαίων ανηρει θανάσιμα πάντα και κατάγοντα Ες αδου βελεμνα πέμπων. ”

Η τέχνη της τοξοβολίας του ανώνυμου Τούρκου τοξότη ήταν τόσο ισχυρή που ούτε οι ασπίδες, ούτε οι θώρακες προστάτευαν τους Ρωμαίους.
Πολλοί Ρωμαίοι προσπάθησαν να τον πλησιάσουν και να τον σκοτώσουν με τα τόξα τους ή με τα ριπταρια τους , όμως αυτός τα απέφευγε όλα και χλεύαζε τους Ρωμαίους χορεύοντας περιεκτικά την στιγμή που αυτοί έβαλαν εναντίων του.
Τότε ένας Ρωμαίος που ονομάζονταν Μανουήλ Ξηρός αποφάσισε να τα βάλει μαζί του. Αφού αφιππευσε κατευθύνθηκε εναντίων του προβάλλοντας μπροστά του την μεγάλη ασπίδα του. Ο Τούρκος τοξότης εξαπέλυσε πολλά βέλη εναντίον του Μανουήλ όμως όλα καρφωνονταν στην ασπίδα του. Ο Μανουήλ τα τελευταία μέτρα έτρεξε και έπληξε με το ξίφος του το κεφάλι του Τούρκου. Ο Τούρκος τραυματισμένος παρακάλεσε τον ξιφομάχο να του χαρίσει την ζωή , όμως ο Μανουήλ έχοντας στο νου του τον θάνατο τόσων συναδέλφων του αλλά και τους χλευασμούς που έκανε ο Τούρκος τον σκότωσε.
Σύμφωνα με την μελέτη των J.C. Cheynet και B. Caseau ο Μανουήλ ήταν αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού.
Η μονομαχία αυτή μεταξύ πεζού και τοξότη παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Και οι δύο αντίπαλοι ήταν καλά εκπαιδευμένοι στα όπλα τους. Ο ένας στη τέχνη της τοξοβολίας και ο άλλος στην ξιφομαχία. Παρόλο που και άλλοι στρατιώτες προσπάθησαν να εξουδετερώσουν τον τοξότη δεν μπόρεσαν αφού τους εξολόθρευσε χτυπώντας στα ανοίγματα της πανοπλίας τους. Σημαντικό είναι ότι ο τοξότης άλλαζε θέση την χρονική στιγμή που οι Ρωμαίοι τοξότες και ακοντιστές έβαλαν προς αυτόν, άρα είχε εκπληκτική δεξιότητα στις υπεκφυγές. Από την άλλη πλευρά ο Μανουήλ κατάφερε να τον πλησιάσει χρησιμοποιώντας στο έπακρο την ασπίδα του αφού όλα τα βέλη του τοξότη καρφώθηκαν στην ασπίδα. Εντύπωση κάνει γιατί ο τοξότης ενώ είδε ότι ο Μανουήλ έφτασε κοντά του δεν τράβηξε άλλο όπλο για να τον αντιμετωπίσει.

Περί υπεκφυγων

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά προπονητή Ξιφασκίας, εκπαιδευτή Ενοπλου Παμμάχου, Σπαθασκίας ,Οπλομαχιας

Στα πλαίσια της έρευνας που κάνω για τις μονομαχίες των Βυζαντινών όλο και πιο πολλά στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια για το θέμα αυτό.
Είμαστε στην περίοδο που αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο χαρισματικός αυτοκράτορας Μανουήλ. Την εποχή που εξετάζουμε είδη είχε νικήσει την μάχη στο ποταμό Τάρα και τότε επιτέθηκε στα Ουγγρικά εδάφη γύρω από τους ποταμούς Δούναβη και Σανο , λεηλατώντας τα περίχωρα του Ζευγμινου. Εκεί αιχμαλώτισε ένα μεγάλο αριθμό Ούγγρων και ανάγκασε τους στρατιώτες του οχυρού Ζευγμινου να υποταχθούν. Τότε ένας Ούγγρος πολεμιστής που δεν γνωρίζουμε το όνομα του βγήκε από το οχυρό και προκάλεσε τον αυτοκράτορα σε μονομαχία και φυσικά ο αυτοκράτορας Μανουήλ δέχτηκε σπάζοντας όλο το αυτοκρατορικό πρωτόκολλο ( που δεν ήταν και η πρώτη φορά ) που ήθελε τους αυτοκράτορες και τους πρίγκιπες να απέχουν από τέτοιες συνήθειες. Μάλιστα ο Μανουήλ δέχτηκε να μονομαχήσει με Ούγγρο πολεμιστή όπου οι Ούγγροι φημιζόταν για την πολεμική τέχνη της ξιφομαχίας.

Γράφει ο Χωνιάτης στη Χρονική Διήγησης 92. 54-93.57 : ” …τότε και τις Παιων , μεγεθει μέγιστος και ανδρείον προφαινων ψυχής παράστημα , των άλλων αποδιαστας ες αυτόν βασιλέα θυμώ φέρεται, ο δε τούτον υποστας ες τον οφθαλον το ξίφος διελα και αφιστηση της ζωής . ”

Από την λυτή περιγραφή του Χωνιάτη μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο ανδρείος Ούγγρος πολεμιστής, ο οποίος ήταν πολύ δυνατός και γιγάντιος όρμησε με οργή ενάντια στον αυτοκράτορα. Από την ίδια περιγραφή λογικά έχουμε μια επίθεση ενός ξιφασκιακου χρόνου από τον Ούγγρο όπου ο αυτοκράτορας απέφυγε με υπεκφυγη και με έναν ταυτόχρονο ξιφισμο με το ξίφος του , έβγαλε το μάτι του αντιπάλου του και τον σκότωσε.

Η χρήση των υπεκφυγων και ο άμεσος αντιξιφισμος στη τέχνη της ξιφασκίας, είναι τεχνικές ανώτερου επιπέδου όπου για να εκτελεστούν θέλουν μεγάλη υπομονή και σκληρή εκπαίδευση. Από την περιγραφή του Χωνιάτη μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Μανουήλ είχε λάβει αυτή την εκπαίδευση.

Είχαν οι Βυζαντινοί τελετουργικές μονομαχίες ανάμεσα σε στρατιώτες;

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά, προπονητή Ξιφασκίας, εκπαιδευτή Ενοπλου Παμμάχου, Σπαθασκίας, Οπλομαχιας

Είχαν οι Βυζαντινοί “τελετουργικές μονομαχίες” ανάμεσα σε στρατιώτες;
Πολλοί μελετητές της ιστορικής ξιφασκίας το αρνούνται κατηγορηματικά πιστεύοντας ότι μονομαχίες τελετουργικού τύπου υπήρχαν μόνο στα βασίλεια της Εσπερίας και ότι μόνο αυτά είχαν κανόνες διεξαγωγής μιας μονομαχίας τέτοιου τύπου διότι βασίζονται μόνο στα εγχειρίδια οπλομαχίας . Ωστόσο όπως θα διαβάσετε παρακάτω συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο , πράγμα που συνηγορεί πως υπήρχε οργανωμένη μέθοδος εκπαίδευσης που έχει χρήση μόνο στις μονομαχίες. (Το κείμενο που ακολουθεί είναι βασισμενο σε πρωτογενή πηγή που αναφέρεται στο τέλος).

1138 μΧ. Πολιορκία του φρουρίου Βακα.
Το 1137μΧ ξεκίνησε ένας πόλεμος ανάμεσα στους Αρμένιους και τους Βυζαντινούς. Ο Ιωάννης ο Β’ Κομνηνός εκστράτευσε ενάντια στους Αρμένιους της Κιλικίας και του ηγεμόνα αυτών Λέοντα του Α’. Μετά την κατάληψη της πρωτεύουσας της Αρμενίας οι Βυζαντινοί πολιορκούσαν όσα οχυρά των Αρμενίων αντιστέκονταν. Κατά την διάρκεια της πολιορκίας του φρουρίου Βακα από τους Βυζαντινούς, ένας από τους υπερασπιστές προκαλούσε τους Βυζαντινούς σε μονομαχία εκστομιζοντας εναντίον τους, αλλά και εναντίον του αυτοκράτορα και της οικογένειας του πολλές ύβρεις. Ο πολεμιστής αυτός λέγονταν Κωνσταντίνος και κάθε πρωί προκαλούσε τους Βυζαντινούς ενώ στέκονταν πάνοπλος μπροστά από το φρούριο. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης εξοργισμένος από τον Αρμένιο, διάταξε τους αξιωματικούς του να βρουν έναν ικανό Βυζαντινό πολεμιστή που θα αντιμετώπιζε τον Αρμένιο. Κανείς όμως δεν δέχονταν γιατί ο Κωνσταντίνος φαίνονταν και ήταν πολύ ικανός μαχητής. Εντέλει ένας Έλληνας στρατιώτης βγήκε μπροστά από το σώμα των Μακεδόνων ο οποίος ονομάζονταν Ευστράτιος. Τότε του έδωσαν ειδική πανοπλία για την μονομαχία, καθώς και μια μεγάλη ασπίδα που χρησιμοποιούταν μόνο σε μονομαχίες και ένα ξίφος μονομαχίας που ήταν ολοκαίνουργιο. Ο Ευστράτιος τότε έφυγε από το στρατόπεδο των Βυζαντινών και πήγε μπροστά από το φρούριο και προκάλεσε τον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος δέχθηκε την μονομαχία αμέσως και κατέβηκε εξοργισμένος κάτω, κρατούσε ένα ξίφος μονομαχίας και μεγάλη λευκή ασπίδα μονομαχίας που είχε πάνω της ζωγραφισμένο έναν σταυρό.
Άμεσος οι δύο αντίπαλοι άρχισαν την μονομαχία. Ο Κωνσταντίνος άρχισε με μεγάλη ταχύτητα να προσπαθεί να πλήξει τον Ευστράτιο όμως αυτός μόνο αμύνονταν με την μεγάλη ασπίδα του. Ο Ευστράτιος το μόνο που έκανε ήταν να αποκρούει και μερικές φορές ύψωνε το ξίφος του πάνω από το κεφάλι του σαν να ήταν έτοιμος να χτυπήσει, ωστόσο όμως , δεν το έκανε. Ο αυτοκράτορας που έβλεπε την μονομαχία απελπίστηκε από το τρόπο που μονομαχουσε ο Ευστράτιος, ενώ οι συνάδελφοι στρατιώτες του Ευστράτιου φώναζαν δυνατά και τον παρότρυναν να αντεπιτεθεί. Ο Ευστράτιος τότε ενώ είχε κουράσει τον αντίπαλο του και ενώ δεν είχε κάνει καμία επίθεση έως τώρα, κατάφερε και έκανε ένα χτύπημα από πάνω το οποίο ήταν τόσο δυνατό που κομμάτιασε την ασπίδα του Κωνσταντίνου και την έκοψε στα δύο. Ο Κωνσταντίνος σαστισμένος παράτησε την μονομαχία και έτρεξε στο φρούριο εγκαταλείποντας την μονομαχία. Νικητής ήταν ο Μακεδόνας Ευστράτιος ο οποίος επικράτησε στο πεδίο της αναμέτρησης. Ο Κωνσταντίνος δεν τολμούσε άλλο να βρίσει τους Βυζαντινούς ούτε τον αυτοκράτορα. Ο δε αυτοκράτορας αντάμειψε τον Ευστράτιο για την επιτυχία του και την αποκατάσταση της τιμής του. Εκεί ο αυτοκράτορας ρώτησε τον Ευστράτιο γιατί δεν χτύπησε τον αντίπαλο του παρά μόνο μια φορά. Η απάντηση του Ευστράτιου άφησε άφωνο τον αυτοκράτορα αλλά και τους αξιωματικούς του. Ο Ευστράτιος είπε πως είχε ως στόχο με ένα χτύπημα από πάνω να κόψει στα δύο την ασπίδα του αντιπάλου του αλλά και τον αντίπαλο του μαζί. Ο λόγος που έπαιρνε την υψηλή θέση φύλαξης αλλά δεν ολοκλήρωνε την επίθεση του ήταν ότι ο Αρμένιος κρατούσε την ασπίδα προτεταγμένη πολύ μπροστά από το σώμα του και αυτό τον εμπόδιζε να κάνει το χτύπημα που ήθελε.

Η μονομαχία αυτή είναι πολύ σημαντική διότι έχουμε μια τελετουργική μονομαχία ανάμεσα σε έναν Βυζαντινό και έναν Αρμένιο. Είναι παράλληλα από τις λίγες καταγραμμένες μόνομαχιες τελετουργικού τύπου όπου ο Βυζαντινός μονομάχος είναι γηγενής και όχι μισθοφόρος που υπηρετούσε στον Βυζαντινό στρατό, πράγμα που σημαίνει ότι οι μόνομαχιες τέτοιου τύπου δεν ήταν άγνωστες στην αυτοκρατορία.
Ιδιαίτερη σημασία είναι και το γεγονός ότι ο Βυζαντινός στρατιώτης δεν μονομάχησε φορώντας τον εξοπλισμό του αλλά του έδωσαν πανοπλία, ξίφος και ασπίδα που χρησιμοποιούταν σε μονομαχίες μόνο. Που η ασπίδα ήταν μεγάλη σε μέγεθος και το ξίφος μονομαχίας του ολοκαίνουργιο.
Με αυτό ενισχύεται η άποψη ότι όχι μόνο οι μόνομαχιες ήταν συνηθισμένες στον Βυζαντινό στρατό, αλλά χρησιμοποιούσαν και ειδικό εξοπλισμό για αυτές. Μάλιστα ο συγγραφέας που μας εξιστορεί τη μονομαχία δίνει και έναν ορισμό για αυτή. Την ονομάζει “μοναθλια” και όχι μονομαχία όπως έγινε αργότερα γνωστή ως όρος.

Από το “Χρονική Διήγησης” του Νικήτα Χωνιάτη

Η μονομαχία του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού με τον Ούγγρο πολεμιστή Βακχινο

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά προπονητή Ξιφασκίας, εκπαιδευτή Ενοπλου Παμμάχου, Σπαθασκίας, Οπλομαχιας

Στο χώρο της ιστορικής ξιφασκίας πολλοί ασκούμενοι αναρωτιούνται αν ένα χτύπημα στο χέρι μπορεί να διακόψει μια μονομαχία. Άλλοι πάλι λένε ότι το χτύπημα στο χέρι δεν είναι αρκετό για να σταματήσει κάποιον μαχητή. Παράλληλα άλλοι λένε ότι οι Βυζαντινοί δεν είχαν καν μονομαχίες και δεν εκπαιδεύονταν για αυτές. Διαβάστε την μονομαχία ανάμεσα στον Μανουήλ Κομνηνό και τον Ούγγρο πολεμιστή Βακχινο.

Μάχη της Τάρα 1150 μΧ. Μετά την άμεση επέμβαση του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού ο Ιωάννης Κατακουζηνός σώθηκε από τους διώκτες του μετά την μονομαχία που είχε κάνει. Ο Μανουήλ τότε έσπευσε μόνος του να αντιμετωπίσει τους 7 Ούγγρους στρατιώτες που καταδίωκαν τον Κατακουζηνό. Ο αυτοκράτορας ήταν αρματωμένος με μια πανοπλία που είχε χρυσό χρώμα για να καταλαβαίνουν οι εχθροί του ότι ήταν αυτός. Εκείνη τη στιγμή που ο Μανουήλ ήθελε να επιτεθεί , τότε έκαναν την εμφάνιση τους άλλοι 300 Ούγγροι πολεμιστές. Τότε έκαναν επίθεση για να αιχμαλωτίσουν τον αυτοκράτορα και τον αξιωματικό του. Ο Μανουήλ τότε αντί να υποχωρήσει έκανε το αντίθετο. Επιτέθηκε με μόνος του εναντίον τους. Ο Μανουήλ επέλεξε έναν στόχο και επιτέθηκε αρχικά με το δόρυ του. Ο Ούγγρος όμως έκανε υπεκφυγη σκύβοντας έτσι το δόρυ του αυτοκράτορα δεν βρήκε τον στόχο του. Ο Μανουήλ τότε άφησε το δόρυ και ξιφουλκισε το ξίφος του και άρχισε να μονομαχεί μαζί του. Τότε οι Ούγγροι παράτησαν τον Κατακουζηνό και όρμησαν στον αυτοκράτορα κατόπιν διαταγής του Βακχινου του αρχηγού τους ο οποίος επιτέθηκε και αυτός. Ο Βακχινος ήταν ένας θηριώδης και πολύ ψηλός πολεμιστής.
Ο αυτοκράτορας όμως μόνος του έτρεψε σε φύγει όλους τους διώκτες του και έμεινε για μια στιγμή να βλέπει ο ένας τον άλλον ο Μανουήλ και ο Βακχινος. Τότε ξεκίνησε μια μονομαχία μεταξύ τους η οποία κράτησε πολύ ώρα. Όλοι τους με βαριές πανοπλιες και ξίφη. Στο τέλος ο Ούγγρος κατάφερε ένα ισχυρό χτύπημα εναντίον του αυτοκράτορα στο ύψος του σαγονιού που όμως δεν τραυμάτισε τον αυτοκράτορα γιατί προστατεύτηκε από την αλυσιδωτή επένδυση που ήταν προσαρμοσμένη στο κράνος του και έδινε προστασία στο πρόσωπο και στο λαιμό. Ο Μανουήλ τότε σηκώνοντας το ξίφος του ψηλά κατάφερε ένα ισχυρό χτύπημα στο χέρι του Ούγγρου το οποίο το έκοψε. Τότε ο Βακχινος παραδόθηκε στο έλεος του Μανουήλ. Με την παράδοση του Βακχινου παραδόθηκαν και όλοι οι Ούγγροι πολεμιστές στους Ρωμαίους.

Ιωάννης Κινναμος “Επιτομή των Κατορθωμάτων”

Μονομαχία στην Ανδριανούπολη

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά προπονητή Ξιφασκίας, εκπαιδευτή Ενοπλου Παμμάχου, Σπαθασκίας, Οπλομαχιας

Ταυροκωμος , Ρωμαϊκή αυτοκρατορία 1095μΧ. Μια μεγάλη ομάδα Κουμανων υπό την ηγεσία του Κιτζη ,είχαν εισβάλει και λεηλατούσαν την περιοχή γύρω από την Ανδριανούπολη και είχαν στρατοπεδεύσει κοντά στην πόλη Ταυροκωμος. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός προσπάθησε να τους παρασύρει σε ενέδρα χρησιμοποιώντας τις τακτικές των νομαδων αλλά απέτυχε. Αντίθετα οι Κουμανοι παρατάχθηκαν για να δώσουν μάχη. Τότε ο πρόμαχος των Κουμανων βγήκε μπροστά για να προκαλέσει σε μονομαχία τον προμαχο των Ρωμαίων. Γράφει η Άννα Κομνηνή :

“… Κομανον τίνα αγερωχον ιππότην της φάλαγγος προπηδησαντα ο αυτοκράτωρ εθεασατο και τας παρατάξεις παραθεοντα και μονονου τον μετ’ αυτού μαχεσομενον αναζητειν εοικοτα.”

Ο ίδιος ο αυτοκράτορας αντέδρασε άμεσα. Ο Αλέξιος Κομνηνός βγήκε από την φάλαγγα και επιτέθηκε γοργά στον προμαχο των Κουμανων με το δόρυ του και αμέσως μετά τον σκότωσε με το ξίφος του καρφώνοντας τον στο στήθος.

Γράφει η Άννα Κομνηνή : “… αλλά αυτός πρό πάντων όλας τας ηνιας χαλασας τον αναζητουντα τον πόλεμον βαρβαρον πρωτως παιει δια του δόρατος και αμφι στηθεσι διαμπερές ελασας το ξίφος του ίππου κατέβαλε κατά ταν τηνι την ημέραν στρατιώτην μάλλον ή στρατηγον εαυτον αποδειξας. ”

Μόλις ο Κουμανος πρόμαχος σκοτώθηκε έφερε αναταραχή στις γραμμές των Κουμανων. Αντίθετα οι Ρωμαίοι έλαβαν θάρρος , επιτέθηκαν και νίκησαν τους εισβολείς.

Η συγκεκριμένη μονομαχία έχει μεγάλη σημασία. Είναι η πρώτη μονομαχία που αναφέρεται στην Αλεξιάδα η οποία είναι κλασσικού τύπου στην οποία συμμετέχει Ρωμαίος πολεμιστής και αυτός είναι ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Η Άννα Κομνηνή παρουσιάζει τον Κουμανο προμαχο να βγαίνει από την παράταξη του να πηγαίνει στο μεσοδιάστημα και να καλεί σε επίσημη μονομαχία τον Ρωμαίο προμαχο. Ο αυτοκράτορας εκπλήσσει τους πάντες πηγαίνοντας ο ίδιος και επιτίθεται με εντελώς αντιαθλητική νοοτροπία στον αντίπαλο μονομάχο ο οποίος εξουδετέρωσε τον Κουμανο με διαδοχικές επιθέσεις με το δόρυ και το ξίφος του ως πραγματικός δάσκαλος των όπλων. Ο Αλέξιος Κομνηνός ήταν από τους μεγαλύτερους ξιφομαχους της εποχής του.

Στη φωτογραφία: Ρωμαίος πολεμιστής με κλιβανιο, ξίφος ( σπαθιον ) , κασιδι ( κράνος ) και ασπιδιο ιππέα σε υψηλή θέση φύλαξης έτοιμος να εκτελέσει το ” Χτύπημα της Θείας Δίκης “

Ποιοί ήταν οι Μεναυλατοι;

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά προπονητή Ξιφασκίας, εκπαιδευτή Ενοπλου Παμμάχου, Σπαθασκίας, Οπλομαχιας

Οι Μεναυλατοι αποτελούσαν σώμα επίλεκτων , επομένως έπρεπε να είναι γενναίοι, εύρωστοι και εκπαιδευμένοι ώστε να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της δύσκολης αποστολής τους. Σε περίπτωση που οι καταφρακτοι του εχθρού συνετριβαν τα “τα τρία κοντάρια των οπλιτών” , επενέβαιναν έγκαιρα και τους ανάγκαζαν να υποχωρήσουν . Γράφει ο Νικηφόρος Φωκάς στην Στρατηγική έκθεση:” …στερεοί όντες, ιστανται γενναιως , δεχόμενοι την των Καταφρακτων ορμήν και αποστρεφουσιν αυτούς.”
Ο ίδιος ο Νικηφόρος Φωκάς συνιστούσε τα μεναυλα τους (τα επιμήκη κοντάρια των λογχων τους) να μη γίνονται “από πελεκητων ξύλο” αλλά από μικρές βελανιδιές ή κρανιές που ονομάζονταν ατζηκιδια. Ο Νικηφόρος Ουρανός γράφει ότι το μήκος των μεναυλων ήταν από 2.7 έως 3.6 μέτρα και 35 έως 47 εκατοστά επιπλέον.
Η θέση των μεναυλατων στο μέτωπο της παράταξης ήταν ανάμεσα στους δορυφόρους, και στην ενίσχυση των στοιχων της εμπροσθοφυλακής όπως την αναλύει ο Φωκάς. Για την τακτική αυτή, κατά τον 10ο αιώνα ο συνδιασμός των μεναυλατων με τους βαριά οπλισμένους ιππείς και πεζούς αποτελούσε καινοτομία. Οι Μεναυλατοι ήταν ένας τύπος πεζικαριων για την αντιμετώπιση του βαρείς ιππικού του εχθρού.

Ο Φωκάς γράφει ότι οι Μεναυλατοι έπρεπε να είναι στενά συνδεδεμένοι με τους βαριά οπλισμένους οπλίτες και να μη είναι κάτι τι ξεχωριστό. Αντίθετα ο ανώνυμος συντάκτης της Συλλογής Τακτικών γράφει ότι οι Μεναυλατοι αποτελούσαν ιδιαίτερο σώμα 300 ανδρών , το οποίο βρίσκονταν 55-75 μέτρα από το πεζικό. Ο Φωκάς από την άλλη τους υπολογίζει σε 100 στρατιώτες για κάθε μία από τις 12 ταξιαρχίες. Και οι δύο πηγές συνηγορούν ότι οι Μεναυλατοι κινούνταν στη πρώτη γραμμή για να έρθουν σε επαφή με τον εχθρό και να σκοτώσουν με τα μεναυλα τα άλογα του εχθρού
έτσι ώστε να αχρηστεψουν τους ιππείς του.
Η συμβολή τους στην επιτυχία της διεξαγωγής της μάχης ήταν να δίνουν απαιτούμενο χρόνο στα τμήματα των τοξοτών να διασπάσουν την εχθρική παράταξη, εξουδετερώνοντας το μεγαλύτερο μέρος των ιππέων που μόλις πριν λίγο είχαν χάσει τα άλογα τους από τα δόρατα των μεναυλατων. Συνεπώς ήθελε άριστο συγχρονισμό.
Τακτική ανάλογη περιγράφει ο Ηλιόδωρος το 3μΧ αιώνα που αναφερομενος στη μάχη της Σκηνής ανάμεσα στον αυτοκράτορα της Αιθιοπίας Υδάσπη και τους Πέρσες οι λογχοφοροι που άνοικαν στη φυλή των Βλεμμυων συμμάχων των Αιθιόπων κατόρθωσαν να διασπάσουν τους καταφρακτους των Περσών .

Ο αμυντικός εξοπλισμός των Βυζαντινών στρατιωτών της ύστερης περιόδου

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά προπονητή Ξιφασκίας, εκπαιδευτή Ενοπλου Παμμάχου, Σπαθασκίας, Οπλομαχιας

Ο εξοπλισμός των στρατιωτών της ύστερης περιόδου του Βυζαντίου είχε σαφές επιρροές από τους στρατούς της Εσπερίας. Έτσι έχουμε τα ακόλουθα:

Κράνος: Το κράνος ήταν συνήθως κωνικό σε σχήμα και αρκετά ψηλό ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις είχε περιφερειακά ένα μικρό γείσο. Ο τύπος αυτός του κράνους καλείτε chapel de fer. Αυτό μπορούσε να το φοράει κανείς πάνω από αλυσιδωτή κουκούλα ή περιφερειακά στο ίδιο κράνος να είχε προστεθεί δερμάτινη ή μεταλλική προστασία. Αργότερα στη φύση κατασκευάστηκε ένα κράνος όπου μπροστά ήταν ανοιχτό και αργότερα προστέθηκε ένα προστατευτικό της μύτης από το οποίο ένα πλέγμα αλυσίδων προστάτευε το πρόσωπο. Αυτό το κράνος ονομάζονταν Bascinet. Προς το τέλος του 14ου αιώνα με αρχές 15ου δύο νέα είδη κράνους εμφανίστηκαν στη δύση , ήταν η Barbuta βασισμένο στο Κορινθιακό κράνος και οι διάφοροι τύποι Sallet. Όλα αυτά τα είδη κράνους ήταν σε χρήση από όλους τους στρατιώτες της Ρωμαϊκής ( Βυζαντινής) αυτοκράτοριας της ύστερης περιόδου. Όλα τα κράνη τα φόραγαν πάνω από μια εφαπλοματοποιημενη επένδυση για να κρατάνε τους κραδασμούς από τα χτυπήματα των όπλων. Στον λαιμό φορούσαν μεταλλικούς ή δερμάτινους προφυλακτήρες οι οποίοι κάλυπταν το λαιμό και ένα μέρος του προσώπου έως την μύτη.

Θωράκιση του σώματος: Οι Ρωμαίοι της ύστερης περιόδου φορούσαν διαφόρων ειδών πανοπλιες. Οι πιο δημοφιλείς ήταν ο αλυσιδωτος θώρακας ο οποίος ήταν σε χρήση από τον 12ο αιώνα. Υπήρχαν διάφοροι τύποι αλυσιδωτής πανοπλιας. Με κοντά μανίκια, με μακριά μανίκια,με μακριά καλύμματα που έφταναν έως τα πόδια, με κοντά κτλ , ενώ υπήρχαν θώρακες με διαφορετικά πλέγματα. Κάτω από τον θώρακα φορούσαν το καββαδιο για την προστασία των κραδασμών και από πάνω άλλο ένα εφαπλομστοποιημενο ένδυμα για την προστασία της πανοπλίας, όπως γράφει ο Ιωάννης Κατακουζηνός. Εκτός από αυτές τις πανοπλίες οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν πανοπλίες με μικρά μεταλλικά πλακίδια ή από συμμετρικά κομμάτια από πολύ σκληρό δέρμα η οποίες είχαν ανατολική επιρροή.
Στα πόδια φορούσαν μεταλλικές περικνημίδες ή περικνημίδες από σκληρό δέρμα. Στα τέλη του 13ου αιώνα με αρχές του 15ου αιώνα αρχίζει να διαδίδεται στην δύση οι πανοπλίες με σύνθετες πλάκες η οποία ήταν πολύ ισχυρή. Λόγο της επαφής που είχε η αυτοκρατορία με την Δύση και κυρίως με τις Ιταλικές πόλεις κράτη που ήταν ο βασικός τροφοδότης πολεμικού εξοπλισμού, το είδος αυτό άρχισε να το υποθέτει και η αυτοκρατορία. Φυσικά οι αλλαγή εξοπλισμού από αλυσιδωτο θώρακα στην πανοπλία πλακών των ιπποτών έγινε σταδιακά. Ο εξοπλισμός αυτός αφορά τους ιππείς της αυτοκρατορίας. Το πεζικό είχε ελαφρύτερη θωράκιση με τμήματα των άνω μερών πανοπλιων , ενώ το ελαφρύ πεζικό δεν έφερε καθόλου πανοπλία.
Οι πανοπλίες των αλόγων σύμφωνα με τον Νικήτα Χωνιάτη και τον Ιωάννη Κατακουζηνο ήταν ολόσωμες και ήταν ή από αλυσιδωτο θώρακα ή από σκληρό δέρμα.
Οι κλασικές φολιδωτες πανοπλίες των Ρωμαίων ήταν σε χρήση έως τον 13ο αιώνα και σταδιακά σταμάτησαν και πιθανών χρησιμοποιούνταν μόνο για την αυτοκρατορική φρουρά έως ένδειξη μεγαλοπρέπειας στο Ιερό Παλατιο και στις επίσημες τελετές.

Ότι θωράκιση και αν είχαν, ηταν εξαιρετικά ισχυρή. Ο Ιωάννης Κατακουζηνός στο βιβλίο του
Ιστορίαι ΙΙ , γράφει ότι στη Θεσσαλονίκη μια ομάδα Ζηλωτών επιτέθηκε εναντίων στον πρέσβη του ο οποίος ήταν θωρακισμένος κάτω από τα ρούχα που φορούσε. Οι Ζηλωτές του επιτέθηκαν με δόρατα και σπαθιά, όμως η θωράκιση του ήταν τόσο ισχυρή που δεν επαθε τίποτα εκτός ένα μικρό τραύμα στον καρπό του που ήταν εκτεθειμένο. Από την περιγραφή υποθέτουμε ότι θα πρέπει να ήταν είδος αλυσιδωτου θώρακα.
Σύμφωνα με σύγχρονες μελέτες που αφορούν την θνησιμότητα και τους τραυματισμούς των Βυζαντινών ιππέων, υπήρχαν περισσότεροι τραυματισμοί παρά θάνατοι, ενώ οι τραυματισμοί που αναφέρονται είναι στα χέρια και στο κεφάλι.
Οι δε πρωτογενείς πηγές της ύστερης περιόδου αναφέρουν ελάχιστους θανάτους σε μάχες προφανώς λόγο της ισχυρής θωράκισης των Ρωμαίων στρατιωτών.

Ασπίδες : Οι ασπίδες του ιππικού ήταν οι τριγωνικές και οι αμυγδαλοσχιμες ασπίδες φτιαγμένες από ξύλο, ενώ το πεζικό είχε μικρότερες στρογγυλές με ομφαλό ή χωρίς. Ενώ οι τοξότες έφεραν μεταλλικό ασπιδιο. Τα σώματα των τζαγραδορων είχαν ανά δύο άντρες μια μεγάλη ορθογώνια ασπίδα.

Στις Φωτογραφίες αναβιωτες της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών “Λέοντες”:

1. Αλυσιδωτος θώρακας με κράνος τύπου Bascinet με ασπιδιο μεταλλικό και ξίφος. Ο πολεμιστής βρίσκεται στην θέση φυλαξης με αναστρεμενη ασπίδα.

2. Πανοπλία σύνθετων πλακών με κράνος τύπου sallet , προστατευτικό λαιμού και επομιδες πεζού. Ο πολεμιστής είναι οπλισμένος με μακρύ σπαθί στην υψηλή θέση φυλαξης.


3. Πολεμιστής με σύνθετη πανοπλία πλακών στη θέση φύλαξης της οργής.


4. Στρατιώτης της αυτοκρατορικής φρουράς με φολιδωτό θώρακα.

Ο Ρωμαϊκός ( Βυζαντινός ) στρατός της ύστερης περιόδου

Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών " Λέοντες " με εξοπλισμό της ύστερης Βυζαντινής περιόδου.
Αναβιωτης της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών ” Λέοντες ” με εξοπλισμό της ύστερης Βυζαντινής περιόδου.

Του Γεώργιου Ε. Γεωργά, προπονητή Ξιφασκίας, εκπαιδευτή Ενοπλου Παμμάχου Σπαθασκίας Οπλομαχιας

Ο Ρωμαϊκός ( Βυζαντινός ) στρατός της ύστερης περιόδου ήταν ως επί το πλείστον επαγγελματικός στρατός. Οι υπηρετούντες στρατιώτες δηλαδή ασκούσαν την πολεμική τους τέχνη ως επάγγελμα για ενα μεγάλο χρονικό διάστημα της ζωής τους και σε μόνιμη βάση. Συνεπώς δεξαμενή στρατολόγησης ήταν όλες οι κοινωνικές ομάδες. Στην κατηγορία των επαγγελματιών στρατιωτών εντάσσονται και οι ξένοι μισθοφόροι οι οποίοι στρατολογουνταν είτε μεμονωμένα είτε ως ομάδες.
Ανάλογα τώρα τις ανάγκες της στρατιωτικής επιχείρησης στρατολογούνταν εκτάκτως και άλλες κοινωνικές ομάδες,κυρίως οι αγρότες, οι τζουλουκωνες οι οποίοι ήταν οι υπηρέτες των στρατιωτών, οι κυνηγοί και οι απλοί πολίτες. Σε περιπτώσεις μεγάλου κινδύνου στρατολογούνταν ακόμα και οι γυναίκες.

Για την στρατολόγηση των στρατιωτών γνωρίζουμε πολύ λίγα. Συνήθως γίνονταν μετά από σύσταση επιφανών προσώπων. Η σύσταση είχε μορφή επιστολής με αποδέκτη κάποιον υψηλόβαθμο αξιωματικό, κάποιον αξιωματούχο ή τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Για παράδειγμα στις Επιστολές του Μιχαήλ Χωνιάτη, ο ίδιος είχε στείλει τριπλές επιστολές στον αυτοκράτορα Θεόδωρο τον Α’ , στον Πατριάρχη Μιχαήλ και στον Μητροπολίτη Κρήτης για την στρατολόγηση του θεματικού άρχοντα Χαλκουτζη στη στρατιωτική δύναμη της αυτοκρατορίας της Νίκαιας, ενώ στην επιστολή του προς τον αυτοκράτορα τονίζει ότι ο Χαλκουτζης ήταν ορκισμένος εχθρός με τους Φράγκους.
Άλλο παράδειγμα είναι από τις επιστολές του άρχοντα Δημητρίου Κυδώνη προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ τον Β’ όπου του συστήνει να πάρει στις υπηρεσίες του έναν στρατιώτη Φραγκικής καταγωγής όπου και τον προσέλαβε.
Τέλος στις επιστολές του Ματθαίου Εφέσου έχουμε μια επιστολή όπου παρακαλεί τον Μέγα Δομέστικο να προσλάβει έναν στρατιώτη που είχε έρθει στην περιοχή γιατί οι Τούρκοι είχαν εισβάλει στην περιοχή που κατοικούσε και είχε έρθει ως πρόσφυγας.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω ο στρατός ήταν επαγγελματικός και μισθοφορικός σε περίπτωση που οι στρατιώτες ήταν ξένοι.
Ο στρατός χωρίζονταν:

Α. Προνοιακός Στρατός: Ήταν οι στρατιώτες όπου ήταν κάτοχοι της πρόνοιας. Δεν πρέπει επ ουδενί να συγχέονται με τους φεουδαρχικους στρατούς της Εσπερίας. Στο πεδίο της στρατιωτικής οργάνωσης το κράτος παραχωρούσε προσόδους σε ένα φυσικό πρόσωπο ή οικονομικά δικαιώματα.
Για παράδειγμα μπορεί να του είχε δοθεί το δικαίωμα να μαζεύει φόρους σε μια περιοχή και ως αντάλλαγμα να υπηρετεί στον στρατό. Οι στρατιώτες που άνοιξαν στον προνοιακό στρατό κατά βάση πολεμούσαν έφιπποι και συγκροτούσαν τα Αλλαγια ( μονάδες ιππικού ) και ήταν βαριά οπλισμένοι . Συνεπώς ήταν το βαρύ ιππικό του αυτοκρατορικού ιππικού.
Όπως αναφέρθηκε πιο πριν ο προνοιακος στρατός δεν πρέπει να συγχέεται με τον φεουδαρχικό. Στα φέουδα υπήρχε η σχέση κυρίου και υποτελούς ,όπου ο υποτελής καλούνταν να δίνει στρατιωτικές υπηρεσίες στον κύριο του. Στην δύση ο κύριος ήταν επικεφαλής μιας ομάδας υποτελών με τους οποίους λάμβαναν μέρος σε εκστρατείες. Αυτός ο κύριος μπορεί να ήταν υποτελείς σε άλλον κύριο και έτσι συνεχίζονταν η ιεραρχία όπου όλοι ήταν υποτελείς σε κάποιον βασιλιά ή στον αυτοκράτορα της Γερμανίας για παράδειγμα. Αντίθετα στο προνοιακό σύστημα δεν υπήρχαν υποτελείς αλλά πάροικοι. Οι πάροικοι δεν είχαν την υποχρέωση να πολεμούν για τους προνοιαριους , αλλά η μόνη υποχρέωση τους ήταν η οικονομική. Επίσης οι προνοιαριοι κατοικούσαν στην ευρύτερη περιοχή ( ακόμα και σε αστικές) που είχαν τα κτήματα τους και πήγαιναν περιστατικά για να λάβουν το εισόδημα τους. Αυτός ο θεσμός όμως σταδιακά έφερε καταστροφικές επιπτώσεις για τον στρατό. Επειδή οι προνοιαριοι ήταν διασκορπισμένοι στερούσε την δυνατότητα γρήγορης επιστράτευσης και της αποτελεσματικής συνεκπαιδευσης. Το Ρωμαϊκό βαρύ ιππικό της ύστερης εποχής, ήταν απομονωμένοι γεωγραφικά και δεν συγκροτούσαν μικρές ομάδες όπου θα μπορούσαν να εκπαιδευτούν διότι έλειπε η σχέση κυρίου και υποτελούς. Έτσι ουσιαστικά εκπαιδεύονταν περνώντας την τέχνη του πολέμου από πατέρα σε γιο ή στους κληρονόμους του.

Β. Κάτοχοι μικρής εγγειας περιουσίας: Οι στρατιώτες λάμβαναν μικρές εκτάσεις γης με αντάλλαγμα την στρατιωτική τους υπηρεσία. Αυτοί εγκαταστάθηκαν όλοι μαζί σε συγκεκριμένες περιοχές της αυτοκρατορίας. Άλλοι ήταν αυτόχθονες και άλλοι όπως στην περίπτωση των Κουμανων ήταν ξένοι όπου έγιναν πολίτες της αυτοκρατορίας επί βασιλείας του Ιωάννη Βαταζη, έμαθαν την γλώσσα και έγιναν χριστιανοί όπως άρμοζε και σταδιακά αφομοιώθηκαν από τον πληθυσμό ξεχνώντας την καταγωγή τους. Άλλο παράδειγμα είναι οι Ελληνικοί πληθυσμοί της Θράκης , οι Θεληματαριοι οι οποίοι πήραν γη την εποχή του Μιχαήλ Παλαιολόγου. Αυτοί οι στρατιώτες είχαν το πλεονέκτημα ότι ήταν συγκεντρωμένοι όλοι μαζί γεωγραφικά και σε περίπτωση ανάγκης επιστρατευονταν άμεσα και λόγω του αν απειλούνταν η γη τους είχαν ισχυρό κίνητρο να την υπερασπιστούν οπότε γίνονταν πολύ αξιόμαχο πολεμικό σώμα. Το μειονέκτημα τους ήταν ότι δεν λάμβαναν μεγάλο μισθό οπότε ο εξοπλισμός τους ήταν φτωχός ενώ δεν είχαν και ίππους εκτός των Κουμανων.

Γ. Μισθοφόροι: Οι μισθοφόροι την ύστερη εποχή ήταν μόνιμο σώμα στρατού της αυτοκρατορίας με αποκορύφωμα τον 14ο αιώνα όπου οι μισθοφόροι είχαν σχεδόν αντικαταστήσει τον προνοιακό στρατό. Οι μισθοφόροι ήταν σχεδόν πάντα άμεσα διαθέσιμοι,πολύ καλά εξοπλισμένοι και εκπαιδευμένοι αλλά η συντήρηση τους ήταν οικονομικά δυσβάσταχτη για το δημόσιο ταμείο του κράτους. Το βασικότερο πρόβλημα όμως σε κάποιες μισθοφορικες εταιρείες ήταν η απειθαρχία τους ή ακόμα και η εναντίωση τους προς τους εργοδότες τους όπως στη περίπτωση της Καταλανικής Εταιρείας ή των Αλανων. Αυτό ήταν λογικό αφού υπηρετούσαν μόνο για οικονομικό όφελος και όχι πίστη προς τον αυτοκράτορα και την πατρίδα.

Εκτός από τις παραπάνω κατηγορίες οι στρατιώτες διακρίνονταν ανάλογα τον ρόλο τους και τον οπλισμό τους. Ο Ιωάννης Κατακουζηνός γράφει : “…και εκ Βυζαντίου δε αυτού ου μόνον ιππείς, αλλά και πεζός πολύς, οπλίται τε και τοξοται ψιλοί.”

Οι κυριότερες κατηγορίες ήταν:

Α. Ιππείς: Ανάλογα τον εξοπλισμό και την θωράκιση αυτών και των ίππων τους διακρίνονταν σε ελαφρύ και βαρύ ιππικό. Οι Λατίνοι μισθοφόροι ανήκαν πάντα στο βαρύ ιππικό, ενώ οι Ρωμαίοι διακρίνονταν στο ελαφρύ και στο βαρύ ιππικό. Ο Ακροπολιτης στο βιβλίο του Χρονική Συγγραφή μας δίνει τη πληροφορία ότι οι ιππείς της Παφλαγονίας ήταν περίφημοι.

Β. Ιπποτοξοτες: Ιδιαίτερη κατηγορία ελαφιών θωρακισμένων ιππέων ήταν αυτοί που κύριο όπλο τους ήταν το σύνθετο τόξο. Συνήθως ως ιπποτοξοτες αναφέρονται οι Κουμανοι, οι Αλανοι, οι Τούρκοι και οι Τουρκοπολοι και κάποιοι υπηρετούσαν ως μισθοφόροι. Οι ιπποτοξοτες πολεμούσαν και σαν ελαφρύ ιππικό όταν πολεμούσαν εκ συστάδην.

Γ. Πεζοί: Οι πεζοί διακρίνονταν σε ελαφρύ και βαρύ πεζικό. Πολεμούσαν σε παράταξη εναντίον ιππικού ή και πεζικού καθώς και σε πολιορκίες. Βασικά όπλα ήταν το κοντάρι και το ξίφος.

Δ. Τοξότες , τζαγραδοροι, σφεντονητες: Αυτοί καλούνταν ψιλοί. Ήταν ιδιαίτερα χρήσιμοι σε μάχη παρατάξεος, σε πολιορκίες και ιδιαίτερα στον ανταρτοπόλεμο. Σύμφωνα με τον Παχυμερη στο βιβλίο του Συγγραφικές Ιστορίες εξαιρετικοί τοξότες ήταν οι τοξότες της Νίκαιας και Μαγεδωνος. Ενω άλλοι αναφέρουν τους Κρήτες.

Ε. Βοηθητικά Σώματα:
1. Μηχανικό: Το μηχανικό ήταν ένα ιδιαίτερα σημαντικό σώμα του Ρωμαϊκού στρατού. Αυτό έφτιαχνε τις πολιορκητικές μηχανές, συντηρούσε τις οχυρώσεις, κατασκεύαζε γέφυρες, διάνοιξη υπόγειων σηράγγων κτλ. Η βιβλιογραφία μας αναφέρει 2 μεγάλους μηχανικούς και οι 2 όμως ήταν ξένοι. Ο ένας ήταν ο Ουρβανός από την Ουγγαρία όπου αργότερα αυτομόλησε και εισχώρησε στους Οθωμανούς και ο Γερμανός Γιοχάνες Γκράντ ο οποίος ανέλαβε να αντιμετωπίσει τους μηχανικούς των Οθωμανών που έσκαβαν σήραγγες για να εισβάλουν στην Κωνσταντινούπολη και αυτός με τους άντρες του έσκαβε αντισηραγγες για να τους αντιμετωπίσει. Παλαιότερα ο Ιωάννης Κατακουζηνός αναφέρει άλλον έναν Γερμανό μηχανικό που ήταν στην υπηρεσία του και που κατασκεύασε πολιορκητικό πύργο κατά την πολιορκία της Φιλιππουπολης το 1323.
Σε επιστολή του Μαξίμου Πλανουδη έχουμε την καταγραφή μόνο ενός Έλληνα μηχανικού ο οποίος όμως αυτομόλησε και εισχώρησε στον στρατό των Τούρκων. Όμως οι ενέργειες του Αλεξίου Φιλανθρωπινου τον ανάγκασαν να αλλάξει και πάλι στρατόπεδο και να ενταχθεί με τους Έλληνες, όπως γράφει ο Ιωάννης Κατακουζηνός στο βιβλίο του.

2. Ιατροί: Δεν ξέρουμε αν συνόδευαν γιατροί το στράτευμα όταν εκστράτευε ή αν έβρισκαν γιατρούς πριν την μάχη. Επίσης υπήρχαν πολλές γυναίκες γιατροί και νοσοκόμες που φρόντιζαν τους τραυματίες.

3. Υπηρέτες: Οι υπηρέτες είχαν την αρμοδιότητα να στήνουν τις σκηνές του στρατοπέδου, μεταφορά εφοδίων, ξυλείας, την φροντίδα των ίππων και αν ήταν απαραίτητο πολεμούσαν.

Στις Φωτογραφίες: Αναβιωτες και ασκούμενοι στην μεσαιωνικη Οπλομαχια με εξοπλισμό του 12ου -13ου αιώνα της Ακαδημία Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών ‘Λέοντες’

Ρωμαίος αξιωματικός του προνοιακού στρατού με κράνος τύπου Bascinet και αλυσιδωτο θώρακα.


Ρωμαίος οπλίτης του προνοιακού στρατού με αλυσιδωτο θώρακα και αλυσιδωτή κουκούλα, φέρει ξίφος και εγχειρίδιο.